Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2026. Η φρασεολογία θύμιζε ανάλυση για κάποια στρατιωτική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Yστερα από συνεδρίαση της διυπουργικής επιτροπής αντιμετώπισης κρίσεων, το πρωθυπουργικό μέγαρο του Ματινιόν έκανε γνωστό ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούσαν πως το κύμα κινητοποιήσεων στα γαλλικά λύκεια είναι «υποκινούμενο από την Ανυπότακτη Γαλλία (LFI) και τους αριστεριστές συμμάχους της». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Εμανουέλ Μακρόν απηύθυνε αυστηρή προειδοποίηση στους πολιτικούς που «βρίσκονται εκεί για να σπέρνουν τον φόβο και να παρακινούν για τα χειρότερα». Την ίδια ώρα, οι Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές, ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όπου στεγάζονται, μεταξύ άλλων, τα Αδέλφια της Ιταλίας της Τζόρτζια Μελόνι και το ΕΛΑΝ, κυπριακό παρακλάδι της Χρυσής Αυγής, ζητούσαν να διερευνηθεί κατά πόσον η Ευρωπαϊκή Αριστερή Συμμαχία, στην οποία ανήκει η LFI, «παραβιάζει τις ευρωπαϊκές αξίες», συνεπώς πρέπει να διαλυθεί και να στερηθεί τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις.
Από τα προάστια
Είχαν περάσει δέκα ημέρες από τότε που ξέσπασε η πρώτη, αυθόρμητη, κινητοποίηση μαθητών λυκείου στο παρισινό προάστιο Κρετέιγ, για να εξελιχθεί σύντομα σε παλιρροϊκό κύμα πανεθνικών διαστάσεων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ριζοσπαστική Αριστερά του Ζαν-λικ Μελανσόν σερφάρισε πάνω σε αυτό το κύμα και είχε κάθε λόγο να το κάνει. Σε αντίθεση με προηγούμενες νεανικές εξεγέρσεις, από τον Μάη του ’68 και μετά, που ξεκινούσαν κατά κανόνα από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα των εύπορων τάξεων, στο κέντρο του Παρισιού, αυτή τη φορά την πρωτοβουλία είχαν λύκεια των εργατικών προαστίων, με τους μεγάλους μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Νεολαία και μεταναστευτική εργατική τάξη είναι οι πιο σταθερές κοινωνικές δεξαμενές της LFI. Ενδεικτικά, πρόσφατη δημοσκόπηση για λογαριασμό του Politico φέρει τον Μελανσόν να εξασφαλίζει το 47% των προτιμήσεων ψήφου στους νέους κάτω των 35 ετών, έναντι 22% της Μαρίν Λεπέν, ενόψει των προεδρικών εκλογών της ερχόμενης άνοιξης.
Η προσπάθεια δαιμονοποίησης του Μελανσόν, όμως, συχνά με αήθη τρόπο –ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί έφτασε να τον κατηγορήσει από το βήμα της Εθνοσυνέλευσης ότι επιδιώκει την «μπουρδελοποίηση» της χώρας– δεν αντέχει στην κριτική. Και να το ήθελε, η LFI δεν θα μπορούσε να οργανώσει ή να χειραγωγήσει ένα ευρύτατο, ακηδεμόνευτο κίνημα, όπως έδειξαν σε όλους οι κινητοποιήσεις της περασμένης Τρίτης. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι (266.000 σύμφωνα με την αστυνομία, πάνω από 450.000 κατά τους διαδηλωτές) κατέβηκαν στους δρόμους, από το Παρίσι, τη Μασσαλία και τη Λυών μέχρι το Πουατιέ, τη Λιλ, το Μονπελιέ και το Κλερμόν-φεράν. Πλάι στους μαθητές, συμπαρατάχθηκαν φοιτητές πολλών πανεπιστημίων, όλα τα συνδικάτα της εκπαίδευσης και γονείς, που σχημάτιζαν αλυσίδες για να προφυλάξουν τα παιδιά τους από τα διαβόητα για τη βαναυσότητά τους CRS, τα γαλλικά ΜΑΤ.
Ανεπαρκή σχολεία
Ο υποκινητής που έβγαλε στον δρόμο όλο αυτόν τον κόσμο δεν είναι άλλος από την αγωνία των μαθητών, που έχουν πολιτογραφηθεί ως γενιά Ζ. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς τα φύλλα της Le Monde της περασμένης εβδομάδας, για να πληροφορηθεί ότι τα δημόσια σχολεία απασχολούν σήμερα λιγότερους εκπαιδευτικούς από το 2007, ενώ ο μαθητικός πληθυσμός έχει αυξηθεί κατά 250.000. Ως αποτέλεσμα, το 70% των δημοσίων σχολείων έχει τάξεις με περισσότερους από 30 μαθητές και το 20% με περισσότερους από 35. Τα κτίρια των δημοσίων λυκείων έχουν ηλικία κατά μέσον όρο 61 χρόνων, αριθμός που ανεβαίνει στα 71 όταν πρόκειται για τα επαγγελματικά λύκεια. Αποτέλεσμα είναι αρκετοί μαθητές να κάνουν μάθημα χωρίς επαρκή κλιματισμό ή θέρμανση, με οροφές που στάζουν και κατσαρίδες που πηγαινοέρχονται. Το σχολικό ωράριο (από τις 8 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα) είναι το πιο βαρύ στην Ευρώπη και η διαδικτυακή πλατφόρμα Parcoursup για την εισαγωγή σε τριτοβάθμια ιδρύματα πηγή διαρκούς άγχους και ταλαιπωρίας.
Σε αυτά έρχονται να προστεθούν η αχαλίνωτη ακρίβεια που πλήττει τις λαϊκές οικογένειες και η αγωνία μιας γενιάς υπό τεράστια πίεση σε ό,τι αφορά το εργασιακό μέλλον της. Ενδεικτικά, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το 17% των νέων κάτω των 30 ετών εργαζόταν με όρους προσωρινής απασχόλησης, στις μέρες μας το αντίστοιχο ποσοστό έχει ξεπεράσει το 50%. Διόλου παράξενο, ακόμη και η δημοσκόπηση που φιλοξένησε η συντηρητική Le Figaro εμφάνιζε το 62% των Γάλλων να θεωρεί δικαιολογημένες τις κινητοποιήσεις των νέων.
Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση Λεκορνί, απορροφημένη στην προσπάθειά της να περάσει έναν προϋπολογισμό επώδυνης λιτότητας, υποτίμησε σε πρώτη φάση τη δυναμική της κοινωνικής αναταραχής και εκμεταλλεύθηκε τη δράση λίγων εκατοντάδων casseurs (εμείς το λέμε «μπαχαλάκηδες») για να δυσφημήσει το κίνημα και να δικαιολογήσει την αστυνομική καταστολή του, που έφτασε, αν δεν ξεπέρασε κιόλας, τις χειρότερες ημέρες των ταραχών με τα «Κίτρινα Γιλέκα». Στο διάστημα από 28 Σεπτεμβρίου έως 5 Οκτωβρίου, η αστυνομία προχώρησε σε 6.099 συλλήψεις, που μετατράπηκαν σε 5.060 κρατήσεις, με το 87% εξ αυτών να αφορά ανηλίκους. Στο Λανς, στις 5 Οκτωβρίου, ένας 15χρονος έχασε το χέρι του από έκρηξη χειροβομβίδας κρότου-λάμψης. Στις 30 Σεπτεμβρίου, ένας 16χρονος τυφλώθηκε από το ένα μάτι και έχασε την ακοή του από το ένα αυτί. Δύο ημέρες αργότερα, στο Σεντ Ουέν Λ’ Ομόν, αστυνομικός πραγματοποίησε ευθεία βολή με εκτοξευτή βομβίδων Cougar εναντίον 14χρονου, ο οποίος υπέστη διπλό κάταγμα σιαγόνας και έχασε πολλά δόντια.
Υπό το κράτος της γενικευμένης κατακραυγής, ο Λεκορνί αναγκάστηκε να αλλάξει τροπάριο το βράδυ της Τρίτης. Στο τηλεοπτικό διάγγελμά του αναγνώρισε ότι οι νέοι έχουν βάσιμες ανησυχίες, είπε ότι ξεκίνησαν πειθαρχικές έρευνες για τα περιστατικά υπερβολικής αστυνομικής βίας και εξήγγειλε κάποια αναιμικά μέτρα για την αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών προβλημάτων, όπως η αύξηση των δαπανών για την παιδεία κατά μόλις 1,5% συγκριτικά με πέρυσι. Ας σημειωθεί ότι ο προϋπολογισμός του για το 2027 προβλέπει αύξηση των στρατιωτικών δαπανών κατά 11,2%, πράγμα που σημαίνει ότι, παρά την κοινωνική θύελλα, η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας αποτελεί προτεραιότητα, ενώ η παιδεία μπορεί να περιμένει.
Ο κλοιός του χρέους
Είναι αλήθεια ότι η γαλλική κυβέρνηση βρίσκεται υπό σφοδρή δημοσιονομική πίεση, καθώς το δημόσιο χρέος έχει φτάσει στο 119% του ΑΕΠ και το κόστος δανεισμού είναι το υψηλότερο της Ευρωζώνης, με το επιτόκιο των δεκαετών ομολόγων γύρω στο 5%. Ωστόσο το δημοσιονομικό πρόβλημα της Γαλλίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί μονοσήμαντα από το όντως υψηλό ποσοστό των κρατικών δαπανών της. Γύρω στα 450 δισ. ευρώ έφυγαν από τα δημόσια ταμεία της Γαλλίας την τελευταία δεκαετία από τις φιλελεύθερες πολιτικές κατάργησης του φόρου μεγάλης περιουσίας (ISF), μείωσης της φορολογίας στα επιχειρηματικά κέρδη και υπερτροφικών κονδυλίων για τον στρατό. Αλλωστε το παράδειγμα των ΗΠΑ, που δεν μπορεί να κατηγορηθεί για σπάταλο κοινωνικό κράτος, μιλάει από μόνο του: ο Τραμπ είχε δεσμευθεί να συρρικνώσει το χρέος κι έβαλε τον Ελον Μασκ επικεφαλής υπερυπουργείου περικοπής των κοινωνικών δαπανών, αλλά είδε αυτό το καλοκαίρι το αμερικανικό χρέος να εκτοξεύεται στα στρατοσφαιρικά ύψη των 40 τρισ. δολαρίων και να ξεπερνά αναλογικά ακόμη και το γαλλικό, φτάνοντας στο 122,6% του ΑΕΠ.
Ολα δείχνουν ότι η κοινωνική αναταραχή στη Γαλλία θα συνεχιστεί και θα σημαδέψει την πορεία προς τις κρίσιμες προεδρικές εκλογές της άνοιξης. Πέραν των μαθητών, των φοιτητών και των εκπαιδευτικών, είναι πιθανό να κινητοποιηθούν ευρύτερα λαϊκά στρώματα, με πρώτο σταθμό την Ημέρα Δράσης της 17ης Οκτωβρίου εναντίον της ακρίβειας. Πολλοί αναλυτές πιθανολογούν ότι μπορεί να συμβεί κάτι ανάλογο με τα «Κίτρινα Γιλέκα» της περιόδου 2018-2020. Σε διάκριση με προηγούμενους κύκλους κοινωνικών αναταραχών, όμως, αυτή τη φορά το κίνημα έχει ξεκάθαρο αριστερό πρόσημο. Αντιθέτως, το πολιτικό Κέντρο της παράταξης Μακρόν βρίσκεται στην ίδια πλευρά με την Ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν, η οποία υπερφαλαγγίζει την κυβέρνηση στο πεδίο του νόμου και της τάξης και προσπαθεί να εμφανιστεί απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο ως το σιδερένιο χέρι που μπορεί να βγάλει τη Γαλλία από την κρίση. Υπό αυτό το πρίσμα, εμφάνισε την περασμένη εβδομάδα ένα πρόγραμμα αιματηρών περικοπών κρατικών δαπανών, ύψους 140 δισ., και υποσχέθηκε ότι θα ρίξει το χρέος στο 60% του ΑΕΠ – αν και πολλοί εξακολουθούν να αμφιβάλλουν για την αξιοπιστία των «μαθη-μαγικών» της.
(Ο Π'ετρος Παπακωνσταντίνου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Η Καθημερινή" της Κυριακής)































