Οι πολιτικές ταμπέλες αποτελούν ένα θεμελιώδη και κρίσιμο κώδικα της πολιτικής επικοινωνίας. Δημιουργούν «ταυτότητα» και παραπέμπουν σε ένα σύστημα αξιών, είτε με αρνητικό πρόσημο, είτε με θετικό. Για παράδειγμα, η ταμπέλα του «κεντρώου» χρησιμοποιείται συχνά για να προσελκύσει μετριοπαθείς ψηφοφόρους από όλες τις πλευρές. Στην ελληνική κατάσταση τα υπόγεια επικοινωνιακά συστήματα κολλάνε ταμπέλες σε πολιτικά πρόσωπα του τύπου «κολοτούμπας», «λαδιάρης», «προδότης», «ψεύτης», «συστημικός», «αντισυστημικός» κ.ο.κ. που βεβαίως αποτελούν μια επικίνδυνη απλούστευση γιατί αποκρύβουν την πολυπλοκότητα των καταστάσεων και δημιουργούν σύγχυση…
Υπό αυτή την έννοια και την αυξανόμενη ένταση που προκαλεί η μακρά προεκλογική περίοδος είναι σκόπιμο να διευκρινιστούν ορισμένες ταυτοτικές παρεξηγήσεις.
Είναι η πολιτική της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη κεντρώα; Για να το απαντήσουμε πρέπει να δούμε τι είναι πολιτικό κέντρο. Κέντρο λοιπόν είναι ο μετριοπαθής χώρος στο μέσον του πολιτικού φάσματος που συνδυάζει την κοινωνική ευαισθησία με την οικονομική ελευθερία. Επιζητά τον συμβιβασμό και τις σταδιακές μεταρρυθμίσεις.
Η πολιτική όμως του Μητσοτάκη ούτε μετριοπάθεια επέδειξε, ούτε κοινωνική ευαισθησία, ούτε καν οικονομική ελευθερία. Οι απευθείας αναθέσεις και οι κλειστοί διαγωνισμοί δεκάδων δισ. ευρώ είναι η απόλυτη κατάργηση του ανταγωνισμού, βασική προϋπόθεση της φιλελεύθερης οικονομίας. Ο αποκλεισμός των ΜμΕ από τον τραπεζικό δανεισμό και τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης επίσης μπλοκάρει τον ανταγωνισμό. Η κοινωνική ευαισθησία με τα επιδόματα και την υπερφορολόγηση της λαϊκής κατανάλωσης, σε συνδυασμό με την παράδοση του κοινωνικού κράτους (υγεία-παιδεία) στους ιδιώτες, δεν είναι κεντρώα πολιτική. Ούτε άλλωστε η κυβερνητική πρακτική με τις υποκλοπές, τα σκάνδαλα, την «εξαγορά» των μμε είναι ενδείξεις μετριοπάθειας, μάλλον αλαζονεία καταγράφουν.
Μήπως είναι ο κ. Μητσοτάκης ακρο-κεντρώος; …ένας νεολογισμός της πολιτικής επικοινωνίας που στην ουσία αποτελεί την λεοντή του νεοφιλελευθερισμού. Συνεπώς, υπό την ετικέτα αυτή μπορεί να καλυφθεί και ο κ. Μητσοτάκης. Έτσι, εμφανίζεται ως κεντρώος, επικαλείται τη «μετριοπάθεια» και την «κοινή λογική», επιβάλλει τις απόψεις του με έναν απόλυτο, σχεδόν φανατικό τρόπο, θεωρώντας ότι όποιος διαφωνεί μαζί του στερείται λογικής. Ως ακρο-κεντρώος είναι πολωτικός, έντονα αντι-αριστερός και δήθεν τεχνοκρατικός.
Όμως, ο όρος αυτός του «ακραίου κέντρου» είναι μια πρόφαση, μια συγκάλυψη με στόχο ο μη εξοικειωμένος πολίτης να στέκεται στο «κέντρο» και το «ακραίο» να το εκλαμβάνει ως έμφαση του κέντρου. Όμως, ακροκεντρώοι χαρακτηρίζονται οι ευνοούμενοι από τις κυβερνητικές επιλογές με το πρόσχημα της «λογικής». Πρόκειται για πρόσωπα που παρεισφρέουν στον χώρο του κέντρου με δεύτερες σκέψεις και προθέσεις. Στην Ελλάδα το ζήσαμε με την Αποστασία των δεξιών και φιλοπαλατιανών που οδήγησε κι αυτή στη χούντα των συνταγματαρχών.
Τι είναι τελικά ο Μητσοτάκης; Η πράξη μας το λέει. Είναι ακραιφνής νεοφιλελεύθερος και μάλιστα της αυταρχικής εκδοχής του νεοφιλελευθερισμού. Οι πολιτικές της κυβέρνησής του είναι πολιτικές συρρίκνωσης και απορρύθμισης του κράτους. Ιδιωτικοποιήσεις, μεταβιβάσεις δημοσίων υποδομών και αγαθών σε ξένα συμφέροντα, εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αγαθών, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και δραστικός περιορισμός των εργατικών δικαιωμάτων, ιδιωτικά πανεπιστήμια κ.ο.κ. Ακόμη και ο Αντώνης Σαμαράς τον έχει καταγγέλλει ως νεοφιλελεύθερο.
Είναι κρυπτο-νεοφιλελεύθερος ο Τσίπρας;
Οι παραπάνω διευκρινήσεις είναι απαραίτητες για να κατανοηθεί πως οι καταγγέλλοντες τον Αλέξη Τσίπρα και την ΕΛ.Α.Σ. ως παρακολούθημα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι μια επικοινωνιακή κατασκευή που ποτίζεται με ψέματα και διαστρεβλώσεις της πραγματικότητας. Είναι απαραίτητες όμως και για κάτι άλλο· να διευκρινιστεί τι στο καλό είναι ο Τσίπρας και η ΕΛ.Α.Σ.
Οι αριστεροί καταγγέλλοντες θεωρούν ότι ο Τσίπρας συμβιβάστηκε με το δημοσιονομικό πλαίσιο και το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα και γι΄ αυτό είναι κρυπτο-νεοφιλελεύθερος. Προφανώς οι εν λόγω καταγγέλλοντες δεν διάβασαν τα απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας που καταθέσαμε πριν μερικές βδομάδες, κυρίως για να προφυλάξουμε το οποίο κύρος μπορεί να διατηρούν ορισμένα πρόσωπα της αριστεράς. Το δημοσιονομικό πλαίσιο εκπορεύεται από την ΕΕ στην οποία είμαστε μέλος και το μεσοπρόθεσμο είναι η έκφρασή του από τις επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Μέχρι την εκπνοή του αποτελεί θεσμική υποχρέωση της χώρας. Από εκεί και πέρα, είναι αυτοκτονικός λαϊκισμός λαφαζανικού τύπου η καταγγελία του.
Η άλλη κριτική από τα αριστερά προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ και αφορά την 13η σύνταξη. Δεν έχει νόημα να ξαναπαντηθεί πέρα από όσα έχει πει ο ίδιος ο Τσίπας. Το μόνο που μπορεί να πει ένας καλόπιστος πολίτης είναι ότι έτσι όπως αυτή προτάθηκε από το ΠΑΣΟΚ μέσα στη μεγάλη δημοσιονομική ασάφεια του όλου προγράμματός του, μάλλον ακούγεται σαν προεκλογικό πυροτέχνημα του Μαυρογιαλούρου… Σε ότι αφορά την κριτική για την εξωτερική πολιτική του κόμματος που επικρίνεται ως φιλονατοϊκή κλπ, έχει διευκρινιστεί επαρκώς και με σαφήνεια πάλι από τον ίδιο τον Τσίπρα στις πρόσφατες συνεντεύξεις του. Η εξωτερική πολιτική της ΕΛ.Α.Σ. είναι θεσμική στο πλαίσιο της διεθνούς ρευστότητας και ρεαλιστική στο πλαίσιο των εθνικών συμφερόντων.
Οπότε, τίθεται πλέον το ερώτημα: τι είναι η ΕΛ.Α.Σ. και ο Τσίπρας; Το Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας που προηγήθηκε της ίδρυσης του κόμματος αποτελεί μια νέα, υβριδική μάλλον, προσπάθεια υπέρβασης ιδεολογικών αγκυλώσεων και αδιέξοδων χρόνιων αντιπαραθέσεων που οδήγησαν τον κόσμο της αριστεράς στην κατάθλιψη. Οι ειδικές ιστορικές συνθήκες της γέννησης, της άνδρωσης και της ταύτισης της έννοιας της αριστεράς με το ΚΚΕ και τον μαρξισμό για δεκαετίες, δεν ευνόησε την άνθηση της «μη κομμουνιστικής αριστεράς».
Ο πρώτος που χρησιμοποίησε αυτόν το όρο ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου τον Νοέμβριο του 1966 κατά τη διάρκεια μιας θυελλώδους ομιλίας του στην πρώτη συνεστίαση του «Ομίλου Αλέξανδρος Παπαναστασίου» (Κώστας Σημίτης, Βασίλης Φίλιας, Σάκης Καράγιωργας κ.ά.), ορίζοντας ως «μη κομμουνιστική αριστερά» έναν αυτόνομο ιδεολογικό χώρο ανάμεσα στην παραδοσιακή συντηρητική/κεντρώα παράταξη και τον μαρξισμό του ΚΚΕ. Στη μεταπολιτευτική αριστερά στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά την συγκρότηση και την διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αναμφίβολα η εν λόγω αριστερά απομακρύνθηκε από τον μαρξιστικό ντετερμινισμό. Άλλωστε ο καπιταλισμός δεν είχε καταρρεύσει. Έτσι, ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1988 με την μπροσούρα «Το ΠΑΣΟΚ μπροστά στο παρόν και το μέλλον της Ελλάδας» εγκατέλειψε τη θεωρία της εξάρτησης (ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο) και υλοποίησε μια ρεαλιστική πολιτική προσαρμογή προς τον κοινωνικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό.
Μετά την εθνική περιπέτεια της χρεοκοπίας και των μνημονίων και την εμπειρία της 7ετούς νεοφιλελεύθερης πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ και του Μητσοτάκη, η προοδευτική παράταξη, από το κέντρο, την σοσιαλδημοκρατία, την πολιτική οικολογία και τη ριζοσπαστική αριστερά οφείλει να κάνει μια ιδεολογικο-πολιτική προσαρμογή. Κι αυτή είναι ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός…
(Ο Μάκης Ανδρονόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας)































