Μέσα σε λίγες εβδομάδες, μαθητές βγήκαν στους δρόμους σε διαφορετικές ευρωπαϊκές πόλεις. Στη Γαλλία, οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από σχολεία εργατικών προαστίων του Παρισιού και εξαπλώθηκαν στη Μασσαλία, στη Λιλ, στη Ρεν, στο Στρασβούργο και σε δεκάδες άλλες πόλεις. Τα αιτήματα τους, καθηγητές στις τάξεις, μικρότερα τμήματα, αξιοπρεπή κτίρια, ένα δικαιότερο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η κυβέρνηση απάντησε αρχικά με αστυνομική καταστολή και, μόνο όταν η κρίση γενικεύτηκε, υποσχέθηκε «συγκεκριμένες και χρηματοδοτημένες» λύσεις.
Στη Λιέγη του Βελγίου, μαθητές διαδήλωσαν εναντίον των περικοπών, του αυξανόμενου κόστους της εκπαίδευσης και των υπερφορτωμένων τάξεων.
Στην Ελλάδα, η πανελλαδική μαθητική ημέρα δράσης της 8ης Οκτωβρίου οργανώθηκε με το σύνθημα «Ως εδώ». Εναντίον των συγχωνεύσεων τμημάτων των 25 και 27 μαθητών, των κενών εκπαιδευτικών, των ακατάλληλων εγκαταστάσεων, του κόστους των εκδρομών και μιας εξεταστικής μηχανής, που μετατρέπει ολόκληρο το Λύκειο σε προθάλαμο των Πανελλαδικών.
Και στη Γκράβα, το μεγαλύτερο σχολικό συγκρότημα της χώρας, μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικοί χρειάστηκε να κινητοποιηθούν για το αυτονόητο. Να γνωρίζουν με επίσημο και τεχνικά τεκμηριωμένο τρόπο ότι το σχολείο είναι ασφαλές.
Δεν υπάρχει ακόμη ένα ενιαίο, οργανωμένο πανευρωπαϊκό μαθητικό κίνημα.
Υπάρχει όμως κάτι ίσως σημαντικότερο.
Ένας συγχρονισμός της οργής.
Τα παιδιά διαφορετικών χωρών και πόλεων, δεν χρησιμοποιούν τα ίδια συνθήματα αλλά περιγράφουν την ίδια τους την εμπειρία. Ένα δημόσιο σχολείο που ζητά διαρκώς από τους μαθητές του να προσαρμοστούν, στις ελλείψεις του. Η λιτότητα μπαίνει στην τάξη…
Οι μαθητές μπορεί να μη διαβάζουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς, αλλά τους ζουν. Τους βλέπουν στον καθηγητή που δεν ήρθε ποτέ, στην τάξη που συγχωνεύτηκε, στο εργαστήριο που δεν λειτουργεί, στη στέγη που στάζει, στο κυλικείο που ακριβαίνει, στην εκδρομή από την οποία αποκλείεται όποιος δεν μπορεί να πληρώσει.
Η παραμέληση της δημόσιας παιδείας δεν αποτελεί απλώς διοικητική ανεπάρκεια. Είναι πολιτική αναδιανομής. Το κράτος δεν αποσύρεται πραγματικά. Απλώς επιλέγει πού θα είναι γενναιόδωρο και πού θα εμφανίζεται φτωχό.
Όταν η στήριξη μιας μεγάλης επένδυσης, μιας τράπεζας ή ενός «στρατηγικού» επιχειρηματικού κλάδου παρουσιάζεται, ως αναγκαιότητα, το δημοσιονομικό περιθώριο συνήθως βρίσκεται. Όταν πρόκειται για εκπαιδευτικούς, σχολικά γεύματα ή ασφαλή κτίρια, η συζήτηση επιστρέφει στα ελλείμματα και στους περιορισμούς.
Έτσι πραγματοποιείται μια αθόρυβη ιδιωτικοποίηση. Όχι απαραίτητα με την «πώληση» του δημόσιου σχολείου, αλλά με τη μεταφορά του κόστους της ανεπάρκειάς του, στην οικογένεια.
Είναι σχεδόν κανόνας ότι οι μαθητές αντιλαμβάνονται πρώτοι τη ρωγμή, επειδή κατοικούν καθημερινά μέσα της.
Τον Μάη του 1968 δεν κινητοποιήθηκαν μόνο οι φοιτητές της Σορβόννης. Οι επιτροπές δράσης των λυκείων, οι καταλήψεις σχολείων και η διεκδίκηση μαθητικής συμμετοχής αποτέλεσαν οργανικό τμήμα του γαλλικού κινήματος. Το 1990, περισσότεροι από 100.000 Γάλλοι μαθητές διαδήλωσαν για υποδομές και εκπαιδευτικό προσωπικό. Η κινητοποίηση ανάγκασε την κυβέρνηση να εξαγγείλει έκτακτο σχέδιο 4,5 δισ. φράγκων και νέους θεσμούς μαθητικής εκπροσώπησης.
Το 2018, μία δεκαπεντάχρονη μαθήτρια, η Γκρέτα Τούνμπεργκ, ξεκίνησε μόνη της μια σχολική απεργία που εξελίχθηκε σε παγκόσμιο κίνημα εκατομμυρίων νέων.
Οι μαθητές δεν διαθέτουν ψήφο, συνδικάτο ή οικονομική εξουσία. Διαθέτουν όμως το σώμα τους, τον κοινό χώρο του σχολείου και τη δυνατότητα να αρνηθούν προσωρινά την κανονικότητα. Το σχολείο είναι καθημερινός, πυκνός συλλογικός χώρος σε αντίθεση με το πανεπιστήμιο που είναι συχνά περισσότερο κατακερματισμένο, με φοιτητές που εργάζονται, μετακινούνται και συναντώνται λιγότερο. Γι’ αυτό μια σπίθα σε ένα γυμνάσιο και λύκειο, μπορεί να διαδοθεί ταχύτερα από μια αντίστοιχη δυσαρέσκεια στο πανεπιστήμιο.
Στις κινητοποιήσεις των μαθητών ιστορικά έχουν συμπεριληφθεί και οι προσπάθειες για την ενσωμάτωση πολιτισμικών διαφοροποιήσεων.
Η συνύπαρξη παιδιών διαφορετικής καταγωγής μπορεί να επηρεάζει τη μορφή των εντάσεων, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της αιτία κοινωνικής έκρηξης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν, η πολυμορφία συνοδεύεται από πολιτική ένταξης ή εγκαταλείπεται μέσα σε υποστελεχωμένα σχολεία και κοινωνικά διαχωρισμένες γειτονιές.
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ είναι σαφή και δείχνουν ότι η υψηλή συγκέντρωση μαθητών μεταναστευτικής καταγωγής δεν συνδέεται από μόνη της με χαμηλότερες επιδόσεις, όταν συνυπολογιστεί η κοινωνικοοικονομική σύνθεση του σχολείου.
Το πρόβλημα, δεν είναι το παιδί που κάθεται στο διπλανό θρανίο. Είναι η τάξη των 28 μαθητών χωρίς δεύτερο εκπαιδευτικό, χωρίς γλωσσική υποστήριξη, χωρίς ψυχολόγο, κοινωνικό λειτουργό και διαπολιτισμικό μεσολαβητή. Όταν το κράτος τοποθετεί παιδιά με διαφορετικές ανάγκες στο ίδιο σχολείο χωρίς πρόσθετους πόρους, δεν οργανώνει ένταξη. Μεταφέρει απλώς όλη την ευθύνη στον εκπαιδευτικό και όλη την ανασφάλεια στην οικογένεια.
Το δημόσιο σχολείο μπορεί να είναι το ισχυρότερο εργαστήριο κοινωνικής συνοχής. Μπορεί όμως να γίνει και ο τόπος όπου η κοινωνική εγκατάλειψη μεταμφιέζεται σε εθνοτική σύγκρουση. Η Ακροδεξιά επιδιώκει ακριβώς αυτή τη μετάλλαξη. Να μετατρέψει το δίκαιο αίτημα «δώστε εκπαιδευτικούς και υποδομές» σε κραυγή, «φταίνε οι ξένοι».
Οι νέοι δεν μπορούν να αντιδράσουν «εκ φύσεως» ηλικιακά, ως προοδευτικοί. Η ίδια γενιά μπορεί να δημιουργήσει ένα κίνημα αλληλεγγύης ή να αναζητήσει διέξοδο στον αυταρχισμό. Στις ευρωεκλογές του 2024, ακροδεξιές δυνάμεις ενίσχυσαν αισθητά την επιρροή τους στους νεότερους ψηφοφόρους, παρουσιάζοντας τον εθνικισμό ως «αντισυστημική» επιλογή και αξιοποιώντας πολύ αποτελεσματικότερα το TikTok και άλλα κοινωνικά δίκτυα.
Το 40% των νέων Ευρωπαίων 16-30 ετών, δηλώνει ως βασική αγωνία το κόστος ζωής και το 27% την εκπαίδευση. Το 42% ενημερώνεται κυρίως από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ το 76% θεωρεί ότι έχει εκτεθεί σε παραπληροφόρηση.
Ο θυμός των μαθητών δεν έχει προκαθορισμένη πολιτική κατεύθυνση
Η μαθητική οργή, επομένως, αποτελεί πολιτικά διεκδικούμενο έδαφος. Αν η προοδευτική πολιτική περιοριστεί στη ρομαντικοποίησή της, θα χάσει τις αντιφάσεις της. Αν οι κυβερνήσεις την αντιμετωπίσουν μόνο με αστυνομία, ποινές και περιφρόνηση, θα σπρώξουν περισσότερους νέους στην πεποίθηση ότι, η δημοκρατία ακούει μόνο, όταν κάτι καίγεται.
Οι βανδαλισμοί σε σχολεία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν. Καταστρέφουν ακριβώς το δημόσιο αγαθό που το κίνημα ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται. Αλλά η χρησιμοποίηση της δράσης μιας μειοψηφίας για να διαγραφούν τα αιτήματα χιλιάδων μαθητών αποτελεί εξίσου, συνειδητή πολιτική απάτη.
Η Ευρώπη δεν πρέπει να φοβηθεί τους μαθητές. Πρέπει να φοβηθεί το ενδεχόμενο να πάψουν να ζητούν λύσεις από τη δημοκρατία.
Χρειάζεται ένα νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Δημόσια Παιδεία:
- Σύγκλιση της δημόσιας εκπαιδευτικής δαπάνης προς το 6% του ΑΕΠ, μέσα στο διεθνώς αποδεκτό όριο 4%-6% που έχει θέσει η UNESCO.
- «Χρυσός κανόνας» που θα προστατεύει τις καθαρές επενδύσεις σε σχολικά κτίρια, εξοπλισμό και κοινωνικές υποδομές από τις οριζόντιες δημοσιονομικές περικοπές.
- Ανεξάρτητος έλεγχος όλων των σχολικών κτιρίων, δημόσιο μητρώο ασφάλειας και σαφής κατανομή ευθύνης μεταξύ κράτους, περιφερειών και δήμων.
- Εγγύηση ένταξης για κάθε παιδί μεταναστευτικής ή προσφυγικής καταγωγής: γλωσσική υποστήριξη, μικρότερα τμήματα όπου υπάρχουν αυξημένες ανάγκες, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί και ουσιαστική συμμετοχή των γονέων.
Η εκπαίδευση παραμένει κυρίως εθνική αρμοδιότητα, αλλά αυτό δεν απαλλάσσει την ΕΕ. Το άρθρο 165 της Συνθήκης επιτρέπει στην Ένωση να υποστηρίζει και να συντονίζει, ενώ την περίοδο 2021-2027 έχουν ήδη κατευθυνθεί πάνω από 130 δισ. ευρώ ευρωπαϊκών πόρων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση. Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι η πλήρης απουσία εργαλείων. Είναι η απουσία πολιτικής ιεράρχησης, δεσμευτικών κοινωνικών στόχων και προοδευτικής χρηματοδότησης από τον μεγάλο πλούτο, τις υψηλές κληρονομιές, τις υπερπροσόδους και τον περιορισμό των αδιαφανών φορολογικών προνομίων.
Το δημόσιο σχολείο δεν είναι μια ακόμη κατηγορία δαπάνης. Είναι η βασική υποδομή της δημοκρατίας. Και όταν οι ανήλικοι αναγκάζονται να βγουν στους δρόμους για να απαιτήσουν καρέκλες, καθηγητές και ασφαλείς σωληνώσεις, δεν έχουμε μπροστά μας μια «νεανική αταξία».
Έχουμε την τάξη των ενηλίκων, γυμνή από κάθε δικαιολογία!
(Η Κατερίνα Μπατζελή είναι πρ. ευρωβουλευτής και πρόεδρος της Επιτροπής Παιδείας και Πολιτισμού του Ε.Κ.)




























