Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, 90 εκατομμύρια εκτοπισμένοι ζουν σε χώρες με υψηλό έως ακραίο βαθμό έκθεσης σε κινδύνους που σχετίζονται με το κλίμα, ενώ σχεδόν το 50% του συνόλου των ατόμων που έχουν εκτοπιστεί βίαια υφίστανται τις επιπτώσεις τόσο των ένοπλων συγκρούσεων όσο και της κλιματικής αλλαγής. Όταν τα παραπάνω συνδυάζονται με κακή διακυβέρνηση, αδύναμους κρατικούς θεσμούς και με την εξάπλωση της ένοπλης βίας και του οργανωμένου εγκλήματος, η κλιματική αλλαγή καθίσταται σημαντικός παράγοντας για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, καθώς και για την παγκόσμια κοινωνική δικαιοσύνη.
Τα παραπάνω λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο μιας προϋπάρχουσας παγκόσμιας δομής ανισότητας, που χαρακτηρίζεται από ένα επίμονο αναπτυξιακό χάσμα μεταξύ των χωρών υψηλού εισοδήματος (παγκόσμιος Βορράς) και των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών (παγκόσμιος Νότος). Οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ευθύνονται για λιγότερο από το 4% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενώ οι χώρες υψηλού εισοδήματος (16% του παγκόσμιου πληθυσμού) ευθύνονται για πάνω από το 40% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Για παράδειγμα, το Αφγανιστάν συγκαταλέγεται μεταξύ των δέκα πρώτων χωρών που αντιμετωπίζουν ακραίες καιρικές συνθήκες, όπως ξηρασίες, κατολισθήσεις ή πλημμύρες που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή. Ταυτόχρονα, η χώρα είναι μία από τις χώρες με τις χαμηλότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου παγκοσμίως.
To 2025, η οξεία επισιτιστική ανασφάλεια διεθνώς οφειλόταν σε έναν συνδυασμό παραγόντων που σχετίζονταν με συγκρούσεις, ακραία καιρικά φαινόμενα και οικονομικές κρίσεις. Επιπλέον, την ίδια χρονιά, 9,9 από τα 39,1 εκατομμύρια άτομα που απειλούνταν από οξεία επισιτιστική ανασφάλεια κατοικούσαν σε περιοχές όπου τα ακραία καιρικά φαινόμενα αποτελούσαν τον κύριο παράγοντα έλλειψης επισιτισμού. Ο λαός της Σομαλίας βρίσκεται αντιμέτωπος με πολύπλοκες κρίσεις, καθώς ο πόλεμος και η εκτεταμένη πολιτική βία συνδυάστηκαν με την ξηρασία που προκάλεσε το φαινόμενο La Niña, η οποία οδήγησε σε βροχοπτώσεις κάτω του μέσου όρου, σοβαρή έλλειψη πόσιμου νερού και απώλεια της συγκομιδής. Ομοίως, περισσότερο από το ήμισυ του πληθυσμού της Υεμένης (πάνω από 18 εκατομμύρια άνθρωποι) ζει σε κατάσταση οξείας επισιτιστικής ανασφάλειας, η οποία οφείλεται σε διαρκείς ένοπλες συγκρούσεις και στην πολιτική αστάθεια, την οικονομική κατάρρευση, την ανεργία και την υποτίμηση του νομίσματος, σε αδύναμους κρατικούς θεσμούς, καθώς και στην εξάρτηση από την ξένη βοήθεια και τις εισαγωγές τροφίμων. Η κλιματική αλλαγή λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής αβεβαιότητας στην περίπτωση της Υεμένης.
Παράλληλα, η βία και οι συγκρούσεις σε παγκόσμιο επίπεδο παρουσιάζουν ανοδική τάση: ο κόσμος είναι πολύ πιο κατακερματισμένος από ό,τι πριν από δέκα χρόνια και το κόστος της βίας έχει σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια κοινωνική δικαιοσύνη, την ευημερία και τη σύγκλιση μεταξύ των εθνών. Το 2024 καταγράφηκαν 61 συγκρούσεις σε 36 χώρες (περίπου το 19% του συνόλου των χωρών του πλανήτη), ενώ οι τρέχουσες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή υποδηλώνουν αύξηση αυτών των αριθμών. Στα τέλη του 2024 ο αντίκτυπος της βίας στην παγκόσμια οικονομία ανήλθε σε 19,97 τρισεκατομμύρια δολάρια σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης. Αυτό ισοδυναμεί με το 11,6% του παγκόσμιου ΑΕΠ (2.455 δολάρια/άτομο). Ο συνολικός οικονομικός αντίκτυπος της βίας αυξήθηκε κατά 3,8% κατά το τελευταίο έτος. Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει αυτή την επώδυνη πραγματικότητα, καθώς οι πληθυσμοί σε περιοχές που μαστίζονται από συγκρούσεις και επισφαλή περιβάλλοντα είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε κινδύνους που σχετίζονται με το κλίμα. Το 90% των προσφύγων σε όλο τον κόσμο προέρχεται από χώρες που έχουν ήδη πληγεί από κλιματικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και διαθέτουν ελάχιστη ικανότητα προσαρμογής στις ολοένα και πιο ασταθείς συνθήκες.
Επιστρέφοντας στο παράδειγμα της Υεμένης, η κλιματική αλλαγή ασκεί έντονη πίεση στις τοπικές κοινότητες. Η παρατεταμένη ένοπλη σύγκρουση και η εξάπλωση της τοπικής βίας παραμένουν οι κύριοι παράγοντες εκτοπισμού, ενώ η κλιματική αλλαγή διαδραματίζει επίσης κρίσιμο ρόλο, λειτουργώντας ως πολλαπλασιαστής κινδύνου. Ο αυξανόμενος αριθμός πλημμυρών έχει επιδεινώσει ακόμη περισσότερο τις ήδη επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης εκατομμυρίων εσωτερικά εκτοπισμένων Υεμενιτών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα τον πληθωρισμό και την αύξηση των τιμών των τροφίμων σε ολόκληρη τη χώρα[1].
Προκαλεί η κλιματική αλλαγή ένοπλες συγκρούσεις;
Η κλιματική αλλαγή λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της αβεβαιότητας για τους ήδη ευάλωτους πληθυσμούς, οι οποίοι έχουν ήδη εκτοπιστεί λόγω πολέμου, βίας ή διώξεων, καθιστώντας τη ζωή τους ακόμη πιο επισφαλή. Ο άνισος καταμερισμός των φυσικών πόρων μεταξύ των τοπικών κοινοτήτων δημιουργεί μια κοινωνικοπολιτική και οικονομική δυναμική, η οποία οδηγεί σε μετανάστευση. Από τις 15 χώρες που είναι οι πιο ευάλωτες στην κλιματική αλλαγή, οι 13 βιώνουν βίαιες ένοπλες συγκρούσεις και ταυτόχρονη έλλειψη ετοιμότητας να προσαρμοστούν σε παγκόσμιες κρίσεις, όπως το Σουδάν, η Αϊτή και το Αφγανιστάν. Επομένως, υπάρχει σύνδεση μεταξύ της κλιματικής αλλαγής και της εντατικοποίησης των ενόπλων συγκρούσεων. Η κλιματική αλλαγή θεωρείται παράγοντας ανασφάλειας και βίας, αλλά δεν υπάρχει άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ της κλιματικής αλλαγής και των ένοπλων συγκρούσεων. Η κλιματική αλλαγή σπάνια αποτελεί τη μοναδική αιτία των παραπάνω. Μπορεί ωστόσο να συμβάλει στην εκδήλωση ή τη διατήρηση μιας ένοπλης σύγκρουσης. Τέλος, οι ίδιες οι ένοπλες συγκρούσεις συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή. Η μαζική καταστροφή εδαφών και δασών, οι ζημιές στις υποδομές, η ρύπανση του νερού και του αέρα, καθώς και η χρήση χημικών όπλων, μπορούν να έχουν επιζήμιες κλιματικές συνέπειες.
Εν κατακλείδι, ο αναγκαστικός εκτοπισμός αναμένεται να αυξηθεί τόσο εντός των συνόρων όσο και πέρα από αυτά, καθώς τα όλο και πιο συχνά ακραία καιρικά φαινόμενα επιδεινώνουν τις βαθύτερες αιτίες της ανασφάλειας και των ένοπλων συγκρούσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η άνιση πρόσβαση στην προστασία και στους πόρους καθορίζει ποιοι πληθυσμοί προστατεύονται και ποιοι μένουν εκτεθειμένοι στον αναγκαστικό εκτοπισμό, τη φτώχεια, τις ένοπλες συγκρούσεις και τους κινδύνους για την υγεία. Εάν το ζήτημα παραμείνει ανεπίλυτο, η παγκόσμια ανισότητα και οι ανισότητες μεταξύ των αναπτυγμένων και των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών θα αυξηθούν. Τα επιδεινούμενα ακραία καιρικά φαινόμενα που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή συμβάλλουν στην αβεβαιότητα, την ανασφάλεια και τη μακροπρόθεσμη αστάθεια, ενώ οι καταστροφές που λαμβάνουν χώρα είναι ταυτόχρονα οικονομικές, οικολογικές και στρατιωτικές. Για να κατανοήσουμε σε βάθος τους παράγοντες που οδηγούν σε συγκρούσεις και εκτοπισμό, παραμένει ζωτικής σημασίας να διερευνήσουμε πώς αναπαράγονται οι κρίσεις και σε τι ακριβώς συνίστανται οι τρέχουσες και οι (μελλοντικές) παγκόσμιες αναταράξεις.
Κλείνοντας, το πρόσφατο παράδειγμα των καταστροφικών πλημμυρών στα σύνορα Νεπάλ – Θιβέτ αναδεικνύει τον ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα στη μετατροπή φυσικών φαινομένων σε καταστροφές, οι οποίες λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ανασφάλειας. Συγκεκριμένα, η ανεξέλεγκτη βιομηχανική και εξορυκτική δραστηριότητα στις κοίτες των ποταμών είναι εκείνη που διέβρωσε το έδαφος και αποτέλεσε βασικό παράγοντα όξυνσης των συνεπειών των πλημμυρών. Έτσι, αν και δεν υπάρχει ενεργή ένοπλη σύγκρουση στο Βόρειο Νεπάλ, οι εξελίξεις αυτές μαρτυρούν το πώς μακροχρόνιες κοινωνικοοικονομικές και θεσμικές ελλείψεις τείνουν να αθροίζονται με εξωγενή σοκ και να οδηγούν σε οξείες ανθρωπιστικές κρίσεις – οι οποίες με τη σειρά τους επεκτείνονται και πολλαπλασιάζονται, επιβαρύνοντας ήδη υπάρχουσες δομικές ευαλωτότητες. Ο παιδικός υποσιτισμός παραμένει μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για το Νεπάλ, μια συνθήκη η οποία έχει πλέον επιδεινωθεί περαιτέρω, λόγω των πρόσφατων καταστροφικών πλημμυρών, που έχουν οδηγήσει πάνω από 22.000 (ήδη ευάλωτα) παιδιά να μην έχουν πρόσβαση σε επαρκή τροφή, πόσιμο νερό και μέσα υγιεινής.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
Abel, G. et al. (2019), “Climate, conflict and forced migration”, Global Environmental Change, 54, pp. 239–249.
Borgomeo, E. and Jagerskog, A. (2025), “Pathways to respond to climate change, forced displacement, and conflict challenges”, Environment and Security, 3(2), pp. 220–231.
FAO (2026), Global Report on Food Crises. Food and Agriculture Organization of the United Nations.
Levy, B. (2019), “Increasing risks for armed conflict: Climate change, food and water insecurity, and forced displacement”, International Journal of Health Services, 49(4), pp. 682–691.
Theisen, O. et al. (2013), “Is climate change a driver of armed conflict?”, Climatic Change, 117, pp. 613–625.
Wählisch, M. (2015), “Human Security”, Oxford Public International Law. Oxford: Oxford University Press.
Zolberg, A. (1989), Escape from Violence. New York: Oxford University Press.
[1]
[1] Το 2024 σοβαρές πλημμύρες προκάλεσαν το θάνατο τουλάχιστον 97 ανθρώπων, ενώ επιδείνωσαν ακόμη περισσότερο την έλλειψη τροφίμων για εκατομμύρια άλλους, οι οποίοι είχαν ήδη εκτοπιστεί λόγω των πολυετών ένοπλων συγκρούσεων.
(Η Ειρήνη Γιαννοπούλου είναι Διδακτορική φοιτήτρια Δημόσιας Πολιτικής (Διεθνείς Σχέσεις), New School for Social Research, Nέα Υόρκη – Ανάλυση στο Ινστιτούτο ΕΝΑ)





























