Ας ρωτήσουμε λοιπόν έναν εργαζόμενο τι μπορεί να αγοράσει με τον μισθό του. Αν μπορεί να πληρώσει το σπίτι, να γεμίσει το καλάθι του σούπερ μάρκετ, να καλύψει έναν λογαριασμό χωρίς να αφήσει κάποιον άλλο πίσω. Αν στο τέλος του μήνα απομένει κάτι για αποταμίευση, για μία έξοδο, για μία ανάγκη που δεν είχε προβλέψει. Εκεί δοκιμάζεται η οικονομική πολιτική, δηλαδή στη δυνατότητα των ανθρώπων να ζουν από την εργασία τους και να σχεδιάζουν την επόμενη ημέρα. Η αύξηση του ΑΕΠ φυσικά έχει σημασία, όμως όταν παρουσιάζεται ως επαρκής απόδειξη κοινωνικής ευημερίας αποκρύπτει το βασικό ερώτημα: ποιος ωφελείται, πόσο και με ποια διάρκεια; Ας είμαστε ειλικρινείς ο εργαζόμενος δεν πληρώνει το ενοίκιο με τον εθνικό ρυθμό ανάπτυξης. Το πληρώνει με τον δικό του μισθό.
Τα στοιχεία για την περίοδο 2019–2025 αποτυπώνουν αυτή την απόσταση. Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε κατά 12,4%, ενώ οι τιμές αυξήθηκαν κατά 16,4%. Η πραγματική απώλεια αγοραστικής δύναμης δεν προκύπτει αφαιρώντας απλώς τα δύο ποσοστά. Η σχέση ανάμεσα στην αύξηση των αποδοχών και στην αύξηση των τιμών δίνει μείωση περίπου 3,4%. Ένας υποθετικός μισθός 1.000 ευρώ, ακολουθώντας τη συγκεκριμένη μέση μεταβολή, θα έφτανε στα 1.124 ευρώ. Για να αγοράζει όμως όσα αγόραζε προηγουμένως, θα έπρεπε να έχει φτάσει στα 1.164 ευρώ. Το παράδειγμα αποτυπώνει καθαρά τον μηχανισμό: περισσότερα ευρώ στη μισθοδοσία μπορούν να σημαίνουν μικρότερη δυνατότητα αγοράς και καμία επικοινωνιακή παρουσίαση δεν αλλάζει αυτή την αριθμητική.
Ένα νοικοκυριό που δαπανά σχεδόν όλο το εισόδημά του σε βασικές ανάγκες έχει ελάχιστες δυνατότητες προσαρμογής. Η στεγαστική επιβάρυνση δείχνει το μέγεθος της πίεσης: σύμφωνα με τα συγκεντρωμένα στοιχεία, οι δαπάνες στέγασης απορροφούν στην Ελλάδα το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος, ίσως και περισσότερο αν μένει κανείς μόνος, έναντι 19,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάπως έτσι, η ανεξαρτησία αναβάλλεται, η δημιουργία οικογένειας γίνεται δυσκολότερη και η αποταμίευση μετατρέπεται σε μακρινή προσδοκία.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το στοιχείο ότι το 47% δηλώνει αδυναμία κάλυψης ενός έκτακτου εξόδου. Σχεδόν οι μισός πληθυσμός ζει χωρίς το αναγκαίο οικονομικό περιθώριο για το απρόβλεπτο. Μία επείγουσα μετακίνηση, μία επισκευή στο αυτοκίνητο μπορούν να ανατρέψουν έναν ήδη οριακό προϋπολογισμό. Αυτό σημαίνει διαρκής ανασφάλεια. Δεν μπορούμε να θεωρούμε φυσιολογικό να ζητάμε από ανθρώπους που εργάζονται να αντιμετωπίζουν αυτή τη συνθήκη ως προσωπική αποτυχία. Η ατομική προσπάθεια έχει όρια όταν οι αμοιβές υπολείπονται του κόστους ζωής και η πολιτική έχει ευθύνη να αλλάξει αυτούς τους όρους, αντί να διδάσκει διαρκώς υπομονή σε εκείνους που έχουν ήδη εξαντλήσει τα περιθώριά τους.
Στη σύγκριση που παραθέτουν τα στοιχεία, ο μέσος μισθός στην Ελλάδα αντιστοιχούσε στο 48,7% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2019 και στο 45% το 2024. Επομένως μία ονομαστική αύξηση στο εσωτερικό δεν αρκεί για να εξασφαλίσει σύγκλιση. Μπορεί άλλες οικονομίες να προχωρούν ταχύτερα και η σχετική μας θέση να υποχωρεί. Εδώ βρίσκεται η ουσία της συζήτησης για το παραγωγικό μοντέλο, ποιες επενδύσεις δημιουργούν καλύτερες αμοιβές; Πώς συνδέονται η έρευνα, η εκπαίδευση και η τεχνολογία με την παραγωγή; Πώς αποκτούν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις πρόσβαση σε χρηματοδότηση και σταθερό ενεργειακό κόστος και πώς διασφαλίζεται ότι η αυξημένη παραγωγικότητα φτάνει στους εργαζομένους;
Ενόψει της ΔΕΘ αυτή είναι η συζήτηση που αξίζει να ανοίξουμε. Ένα συνεκτικό σχέδιο τετραετίας οφείλει να συνδέει την παραγωγική ανασυγκρότηση με την ενίσχυση του πραγματικού εισοδήματος, την προσιτή στέγη και τις ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες. Η δημόσια υγεία, η παιδεία και οι αξιόπιστες συγκοινωνίες περιορίζουν δαπάνες που διαφορετικά επιβαρύνουν κάθε οικογένεια χωριστά. Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί αποτελεσματικούς ελέγχους και παρεμβάσεις με μετρήσιμο αποτέλεσμα. Κάθε επιλογή χρειάζεται κοστολόγηση, χρηματοδότηση και λογοδοσία. Αυτή είναι η δημοσιονομική σοβαρότητα - σταθερότητα που έχει κοινωνικό περιεχόμενο. Στόχος μας ως Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη είναι να μπορεί ο κάθε άνθρωπος που εργάζεται να ζει με αξιοπρέπεια, να καλύπτει τις ανάγκες του και να βλέπει προοπτική και προς αυτή την κατεύθυνση θα παρουσιάσουμε το οικονομικό μας πρόγραμμα στις 2 Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη.
(Ο Μίλτος Τόσκας είναι φαρμακοποιός, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, δημοσιογράφος, κριτικός βιβλίων)



















