«Η ενέργεια είναι πανταχού παρούσα, από την πρώτη γραμμή του μετώπου μέχρι τα μετόπισθεν και σε διάφορες μορφές», υποστήριξε πρόσφατα διοικητική μονάδα του ουκρανικού στρατού στη διάρκεια σεμιναρίου του ΝΑΤΟ.
«Η ενέργεια αποτελεί, την ίδια στιγμή, ένα διακύβευμα του πολέμου και ένα μέσο για τη διεξαγωγή του», ισχυρίστηκε και ένας Γάλλος πτέραρχος, στο πλαίσιο ομιλίας του το 2022, σύμφωνα με ανάλυση στην ιστοσελίδα του γαλλικού Ιδρύματος Στρατηγικών Ερευνών.
Η ιστορία των πολέμων τους επιβεβαιώνει αμφότερους. Το ίδιο και οι δύο μεγαλύτερες πολεμικές συγκρούσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη αυτή την περίοδο: στην Ουκρανία εδώ και 4,5 χρόνια και στο Περσικό εδώ και έξι μήνες. Η αλήθεια δεν είναι ότι η επιβεβαίωση έρχεται με ιδιαιτέρως οδυνηρό τρόπο, ειδικά όσον αφορά εκατοντάδες πολίτες και χιλιάδες άτομα σε ολόκληρο τον πλανήτη, που αναγκάζονται – όσο μακριά και αν βρίσκονται από τα μέτωπα – να πληρώσουν τον βαρύ λογαριασμό που συνοδεύει την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών.
Η εικόνα δεν θα μπορούσε, φυσικά, δεν είναι διαφορετική από τη στιγμή που βρίσκεται από τις πιο ζωτικές γραμμές τροφοδοσίας των διεθνών αγορών με πετρέλαιο και φυσικό αέριο (κυρίως με τη μορφή υγροποιημένου LNG ) περνούν μέσα από τις πολεμικές ζώνες. Κάτι που, όπως εύκολα μπορούν οι πάντες να καταλάβουν, συνεπάγεται διαρκείς αναταράξεις ή και διακοπές στις ενεργειακές εφοδιαστικές αλυσίδες.
Οι στενωποί του πετρελαίου
Για του λόγου τις αλήθειες, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters που βασίστηκε στα επίσημα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ), σχεδόν το μισό πετρέλαιο που καταναλώνει σήμερα ο πλανήτης προέρχεται από τις χώρες που επηρεάζουν άμεσα από ένοπλες συγκρούσεις ή μετέχουν ενεργά σε αυτές.
«Πριν από έξι μήνες, οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν πυροδότησαν αυτό που έχει μετεξελιχθεί στην πιο σοβαρή κρίση στον εφοδιασμό με πετρέλαιο που έχει καταγραφεί στην ιστορία, χωρίς μάλιστα να είναι ορατή κάποια λύση», σημειώνει χαρακτηριστικά η ανάλυση. Και συνεχίζει, ξεκαθαρίζοντας ότι το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο και μεγαλύτερο, καθώς προκύπτει από έναν συνδυασμό παραγόντων: «Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας έχει προκαλέσει συρρίκνωση τόσο της όσο και των διαδικασιών διύλισης, κάτι που επηρεάζει φέτος και το γειτονικό Καζακστάν». Παράλληλα, «οι συνεχείς συγκρούσεις στη Λιβύη και οι περιορισμοί που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ στις εξαγωγές πετρελαίου από τη Βενεζουέλα από τις αρχές του έτους προσθέσει επιπλέον πίεση στην αγορά».
Μάλιστα, όσο οι πόλεμοι συνεχίζονται και κλιμακώνονται, ενώ σκληραίνουν και οι διεθνείς κυρώσεις – όπως, για παράδειγμα, σε βάρος της Ρωσίας από τη Δύση και σε βάρος του Ιράν από τις Ηνωμένες Πολιτείες – το σκηνικό γίνεται ακόμη πιο προβληματικό και ανησυχητικό. Κι αυτό για δύο κυρίως λόγους: Αφενός, διότι οι εναλλακτικές οδοί (όπως η Ερυθρά Θάλασσα) κινδυνεύουν επίσης και, αφετέρου, επειδή οι παράτολμες επιχειρήσεις παράκαμψης των μπλόκων (όπως οι κρυφές διελεύσεις από τα Στενά του Ορμούζ και ο ρωσικός «σκιώδης στόλος» έχουν) μπει στο στόχαστρο και περιορίζονται διαρκώς.
Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι τα «φίδια» έχουν ζώσει και η κυβέρνηση των ΗΠΑ, έστω και αν δεν ανέμενε κανείς ότι η χώρα που ήταν η μεγάλη κερδισμένη από τις παραπάνω. Η εξήγηση είναι απλή: Καθώς ολοένα περισσότερες χώρες στρέφονται στο αμερικανικό πετρέλαιο για να καλύψουν τις ανάγκες τους, η ισχύς της παραγωγής και των μονάδων διύλισης έχει φτάσει στα οριακά της, εξαιτίας και των παλιών συνθηκών. Κι αυτό είναι κάτι που αποτυπώνεται τόσο στις τιμές των καυσίμων στην εσωτερική αγορά όσο και στη συνεχιζόμενη αύξηση του δημόσιου χρέους, που ξεπέρασε πλέον το φράγμα και των 40 τριών. δολαρίων.
Δύσκολος χειμώνας στην Ευρώπη
Είναι προφανές, βεβαίως, ότι οι πιέσεις δεν έχουν μόνο ή κυρίως τις ΗΠΑ. Για την ακρίβεια, υπάρχουν άλλες χώρες και περιοχές του πλανήτη που αντιμετωπίζουν πολύ πιο δυσοίωνες προοπτικές. Ανάμεσά τους συγκαταλέγεται και η – ενεργειακά φτωχή – Ευρώπη, η οποία όχι απλώς βλέπει τις τιμές στις αντλίες να αυξάνουν διαρκώς, αλλά έχει ήδη ξεκινήσει να ετοιμάζεται για ένα δύσκολο ενεργειακό χειμώνα.
Τα στοιχεία δεν αφήνουν πολλά περιθώρια παρερμηνειών και αυταπατών αναφορικά με το τι πρόκειται να συμβεί στην – μάλλον απήθανη, με βάση τα σημερινά δεδομένα – περίπτωση που δεν άλλαξε προς το καλύτερο η εικόνα σε Ουκρανία και (κυρίως) Περσικό. Πράγμα, ο ολλανδικός δείκτης TTF , που αποτυπώνει την εξέλιξη των τιμών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, βρίσκεται σε υψηλότερα επίπεδα κατά περίπου 125% σε σύγκριση με τις αρχές του έτους και στα υψηλότερα που έχει βρεθεί από τις αρχές του 2023, δηλαδή εδώ και πάνω από 3,5 χρόνια.
Έτσι, με δεδομένο και το γεγονός ότι η πλήρωση των «δεξαμενών» του LNG βρίσκεται σε χαμηλά πενταετίας (από το 2021, συγκεκριμένα, δηλαδή πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία), οι ειδικοί προβλέπουν ότι η τιμή ως το τέλος του έτους είναι πιθανό να εκτιναχθεί ως και τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα – σε σύγκριση με τα λίγο πάνω από τα 65 ευρώ που κινούνται τις τελευταίες ημέρες.
Δικαίως, λοιπόν, όσο οι πόλεμοι συνεχίζονται, νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις αναγκάζονται να αναθεωρήσουν διαρκώς και για να χειριστούν τις προβλέψεις και τους προϋπολογισμούς τους.
(Ο Γιώργος Παυλόπουλος είναι δημοσιογράφος- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Τα Νέα»)





























