Αμετάβλητη στο 2,1% διατηρήθηκε η εκτίμηση για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2025, σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία που ανακοίνωσε σήμερα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ). Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) ανήλθε σε 249,7 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές, καταγράφοντας ονομαστική αύξηση 5,1% σε σύγκριση με το 2024.
Η δεύτερη εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνει τον ρυθμό ανάπτυξης που είχε ανακοινωθεί τον Μάρτιο του 2026, ενώ ενσωματώνει νέα δεδομένα για την κατανάλωση, τις επενδύσεις, το εξωτερικό εμπόριο και τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές του 2020 διαμορφώθηκε στα 204,38 δισ. ευρώ το 2025, έναντι 200,26 δισ. ευρώ το 2024. Η ελληνική οικονομία διατήρησε έτσι θετικό ρυθμό μεγέθυνσης, αντίστοιχο με εκείνον του προηγούμενου έτους.
Η τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 1,8% σε πραγματικούς όρους, έναντι αύξησης 1,3% το 2024, επιβεβαιώνοντας τη συμβολή της κατανάλωσης στην οικονομική δραστηριότητα.
Ειδικότερα, η κατανάλωση των νοικοκυριών ενισχύθηκε κατά 1,7%, έναντι 2,2% το προηγούμενο έτος, παρουσιάζοντας επιβράδυνση.
Αντίθετα, η καταναλωτική δαπάνη της Γενικής Κυβέρνησης αυξήθηκε κατά 2,1%, μετά τη μείωση κατά 2,1% που είχε καταγραφεί το 2024.
Σε τρέχουσες τιμές, η συνολική καταναλωτική δαπάνη ανήλθε σε 217,89 δισ. ευρώ, από 207,54 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 5%.
Η κατανάλωση των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στα 168,49 δισ. ευρώ, ενώ η αντίστοιχη δαπάνη της Γενικής Κυβέρνησης έφθασε τα 46,12 δισ. ευρώ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τις επενδύσεις, καθώς ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 8% σε πραγματικούς όρους το 2025, έναντι αύξησης 7,6% το 2024.
Σε ονομαστικούς όρους, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ανήλθαν στα 44,85 δισ. ευρώ, από 40,82 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος, σημειώνοντας αύξηση 9,9%.
Ωστόσο, ο συνολικός ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου, που περιλαμβάνει και τη μεταβολή των αποθεμάτων, υποχώρησε κατά 2,5% σε πραγματικούς όρους, μετά την ισχυρή αύξηση 20,7% του 2024.
Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνει την αντίθετη πορεία των επενδύσεων σε πάγια στοιχεία και του ευρύτερου σχηματισμού κεφαλαίου.
Στο μέτωπο του εξωτερικού εμπορίου, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν οριακά κατά 0,4% σε όρους όγκου, έναντι αύξησης 0,8% το 2024.
Αντίθετα, οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 1,7%, έπειτα από αύξηση 5,4% το προηγούμενο έτος.
Σε τρέχουσες τιμές, οι εξαγωγές περιορίστηκαν στα 98,08 δισ. ευρώ, από 99,97 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας μείωση 1,9%.
Οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στα 109,69 δισ. ευρώ, έναντι 113,57 δισ. ευρώ, σημειώνοντας πτώση 3,4%.
Ως αποτέλεσμα, το ονομαστικό έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών περιορίστηκε σε περίπου 11,61 δισ. ευρώ, από 13,59 δισ. ευρώ το 2024.
Όπως διευκρινίζει η ΕΛΣΤΑΤ, η αναθεώρηση των εθνικών λογαριασμών βασίστηκε στην ενσωμάτωση νέων και επικαιροποιημένων στατιστικών δεδομένων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα αποτελέσματα της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών, τα στοιχεία της Γενικής Κυβέρνησης, οι στατιστικές επιχειρήσεων, καθώς και επικαιροποιημένα δεδομένα εξωτερικού εμπορίου και ισοζυγίου πληρωμών της Τράπεζας της Ελλάδος.
Τέλος, αναθεωρήθηκαν τα στοιχεία της περιόδου 2022-2024, προκειμένου να αποτυπωθεί ακριβέστερα η εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας.































