Την ώρα που το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προβλέπει μέση αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος κατά 701 ευρώ το 2027, οι ελληνικές οικογένειες βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν ακόμη ακριβότερο χειμώνα. Η τιμή εκκίνησης του πετρελαίου θέρμανσης εκτιμάται στα 1,55 ευρώ το λίτρο, αυξημένη κατά περίπου 38% σε σύγκριση με πέρυσι, δημιουργώντας σοβαρά ερωτήματα για το πραγματικό όφελος των κυβερνητικών παρεμβάσεων.
Σύμφωνα με το δημοσιονομικό σχέδιο που κατατέθηκε στις Βρυξέλλες, οι φοροελαφρύνσεις και οι εισοδηματικές ενισχύσεις αναμένεται να αυξήσουν το διαθέσιμο εισόδημα κατά 4,6%. Παράλληλα, προβλέπεται μείωση του ποσοστού σχετικής φτώχειας κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες, από 16,9% σε 14,7%.
Ωστόσο, οι συγκεκριμένες προβλέψεις δεν αρκούν για να αποτυπώσουν την πραγματική οικονομική πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά από την ακρίβεια.
Πετρέλαιο θέρμανσης: Επιπλέον κόστος έως 860 ευρώ
Η σύγκριση με το κόστος του πετρελαίου θέρμανσης είναι αποκαλυπτική. Τον Οκτώβριο του 2025 η τιμή εκκίνησης βρισκόταν περίπου στα 1,12 ευρώ το λίτρο, ενώ φέτος εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 1,55 ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι μια οικογένεια που χρειάζεται 1.000 λίτρα πετρελαίου θα πληρώσει 430 ευρώ περισσότερα. Για κατανάλωση 1.500 λίτρων, η πρόσθετη επιβάρυνση φτάνει τα 645 ευρώ, ενώ για 2.000 λίτρα εκτοξεύεται στα 860 ευρώ.
Στην τελευταία περίπτωση, η αύξηση της δαπάνης θέρμανσης ξεπερνά κατά 159 ευρώ τη μέση εισοδηματική ενίσχυση που προβλέπει η κυβέρνηση.
Η σύγκριση αφορά διαφορετικές χρονικές περιόδους και δεν συνυπολογίζει τυχόν επιδόματα. Αναδεικνύει, ωστόσο, πόσο εύκολα μπορεί η ενεργειακή ακρίβεια να περιορίσει το πραγματικό οικονομικό όφελος των φορολογικών ελαφρύνσεων.
Οι χαμηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες υπό μεγαλύτερη πίεση
Η εικόνα γίνεται πιο ανησυχητική για τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά. Σύμφωνα με τις κυβερνητικές εκτιμήσεις, το φτωχότερο 10% του πληθυσμού θα δει το ετήσιο διαθέσιμο εισόδημά του να αυξάνεται κατά μόλις 274 ευρώ.
Εάν ένα νοικοκυριό αυτής της κατηγορίας καταναλώνει 1.000 λίτρα πετρελαίου, η πρόσθετη δαπάνη των 430 ευρώ υπερβαίνει κατά 156 ευρώ την προβλεπόμενη εισοδηματική αύξηση, πριν από οποιαδήποτε επιδότηση. Αντίθετα, στο πλουσιότερο 10% του πληθυσμού η μέση ενίσχυση φτάνει τα 1.409 ευρώ.
Παρότι τα χαμηλότερα εισοδήματα εμφανίζουν μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση, η διαφορά σε απόλυτα ποσά αναδεικνύει τις περιορισμένες οικονομικές αντοχές των ευάλωτων οικογενειών απέναντι στις ανατιμήσεις.
Επίδομα θέρμανσης: Δεν καλύπτει τις ανατιμήσεις
Η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τις επιπτώσεις μέσω αύξησης του επιδόματος θέρμανσης κατά 30%. Ωστόσο, τα παραδείγματα δείχνουν ότι η ενίσχυση δεν επαρκεί απαραίτητα για την κάλυψη των αυξήσεων.
Μια οικογένεια που πέρυσι αγόραζε 1.000 λίτρα πετρελαίου πλήρωνε 1.120 ευρώ. Με επίδομα 500 ευρώ, η καθαρή επιβάρυνση περιοριζόταν στα 620 ευρώ.
Εφέτος, η ίδια ποσότητα κοστίζει 1.550 ευρώ. Ακόμη και με αυξημένο επίδομα 650 ευρώ, η τελική δαπάνη ανεβαίνει στα 900 ευρώ. Δηλαδή, παρά την κυβερνητική παρέμβαση, η οικογένεια θα πληρώσει 280 ευρώ περισσότερα, αύξηση περίπου 45%.
Περίπου τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν πετρέλαιο θέρμανσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις επιδότησης, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν. Για αυτά, η αύξηση μεταφέρεται ολόκληρη στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Αντίστοιχα ερωτήματα δημιουργεί και η κυβερνητική πρόβλεψη για μείωση της φτώχειας. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται με βάση το εισόδημα σε σχέση με το διάμεσο εισόδημα του πληθυσμού. Δεν αποτυπώνει άμεσα εάν μια οικογένεια μπορεί να καλύψει ευκολότερα τη θέρμανση, τη διατροφή ή τη στέγασή της.
Επομένως, η προβλεπόμενη μείωσή του δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη βελτίωση των πραγματικών συνθηκών διαβίωσης.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο για τις μονογονεϊκές οικογένειες, όπου το ποσοστό φτώχειας ανέρχεται σε 25,5%, ενώ η προβλεπόμενη μείωση περιορίζεται σε μόλις 0,5 ποσοστιαία μονάδα.
Το πραγματικό όφελος για τα νοικοκυριά κρίνεται στο κόστος διαβίωσης
Η ουσία βρίσκεται στην απόσταση μεταξύ των δημοσιονομικών προβλέψεων και της καθημερινότητας. Οι φοροελαφρύνσεις μπορούν πράγματι να ενισχύσουν τα εισοδήματα. Όμως, όταν το κόστος μιας βασικής ανάγκης αυξάνεται κατά εκατοντάδες ευρώ, το τελικό αποτέλεσμα για την αγοραστική δύναμη μπορεί να είναι πολύ μικρότερο από αυτό που υποδηλώνουν οι κυβερνητικοί υπολογισμοί.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα ευρώ υπόσχεται να προσθέσει η κυβέρνηση στο εισόδημα των πολιτών, αλλά πόσα θα τους απομείνουν μετά την πληρωμή της θέρμανσης, του ηλεκτρικού ρεύματος, των τροφίμων και των υπόλοιπων βασικών αναγκών.





























