Η διεύρυνση της ρύθμισης των παλαιών οφειλών από τις 72 στις 120 δόσεις δίνει εκ πρώτης όψεως ανάσες σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ωστόσο, τα ίδια τα στοιχεία για τη συμπεριφορά των οφειλετών δείχνουν ότι η αύξηση του αριθμού των δόσεων δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε μαζική επιστροφή των χρεών σε καθεστώς κανονικής εξυπηρέτησης.
Η νέα ρύθμιση ανοίγει την περίμετρό της σε οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, προβλέπει έως 120 μηνιαίες δόσεις με ελάχιστη καταβολή 30 ευρώ και αφήνει ανοικτή την πόρτα υποβολής αιτήσεων έως τις 30 Ιουνίου 2027.Ακόμη, δίνει τη δυνατότητα σε όσους είχαν ήδη ενταχθεί στις 72 δόσεις να μεταπηδήσουν στο νέο σχήμα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι 120 δόσεις μπορούν να προσελκύσουν το πολύ μεγάλο τμήμα των οφειλετών που σήμερα βρίσκεται εκτός οποιασδήποτε ρύθμισης.
Και σε αυτό το σημείο τα δεδομένα είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με την Τριμηνιαία Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, μόλις το 6,70% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προς τη φορολογική διοίκηση βρίσκεται σήμερα σε ρύθμιση, ποσό που αντιστοιχεί σε μόλις 5,31 δισ. ευρώ. Το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, δηλαδή αφού αφαιρεθούν τα χρέη που θεωρούνται ανεπίδεκτα είσπραξης, φθάνει τα 79,27 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι περίπου 74 δισ. ευρώ πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους βρίσκονται εκτός ρυθμίσεων.
Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα των 120 δόσεων προκαλεί η κατανομή των χρεών. Σχεδόν το σύνολο του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, συγκεκριμένα το 96,43%, αφορά οφειλές άνω των 10.000 ευρώ.
Ακόμη περισσότερο, το 74,36% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου βρίσκεται στα χέρια μόλις του 0,26% των οφειλετών, οι οποίοι χρωστούν περισσότερα από 1 εκατ. ευρώ ο καθένας.
Στα μεγάλα ποσά η διείσδυση των ρυθμίσεων υποχωρεί απότομα. Η έκθεση επισημαίνει ότι χαμηλά ποσοστά ρύθμισης εμφανίζονται στις υψηλές οφειλές, συγκεκριμένα πάνω από 50.000 ευρώ για τα φυσικά πρόσωπα και πάνω από 300.000 ευρώ για τα νομικά πρόσωπα. Είναι ενδεικτικό πως το συνολικό ποσοστό ρυθμισμένου πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου για χρέη άνω του 1 εκατ. ευρώ περιορίζεται στο 2,06%.
Με επιτόκιο 5,84%, η πραγματική επιβάρυνση είναι υψηλότερη
Οι 120 δόσεις μειώνουν τη μηνιαία επιβάρυνση, δεν μεταβάλλουν όμως το γεγονός ότι για έναν οφειλέτη με πολύ υψηλό χρέος η μηνιαία καταβολή εξακολουθεί να είναι μεγάλη. Ένα χρέος 300.000 ευρώ, για παράδειγμα, αντιστοιχεί πριν ακόμη υπολογιστούν οι τόκοι σε 2.500 ευρώ κεφάλαιο τον μήνα σε ορίζοντα 120 μηνών. Στο 1 εκατ. ευρώ, η αντίστοιχη αναλογία ξεπερνά τις 8.300 ευρώ τον μήνα. Με επιτόκιο 5,84%, η πραγματική επιβάρυνση είναι υψηλότερη. Συνεπώς, η μετάβαση από τις 72 στις 120 δόσεις μπορεί να κάνει βιώσιμη τη ρύθμιση για ένα μέρος των οφειλετών, δεν λύνει όμως αυτομάτως το πρόβλημα εκεί όπου βρίσκεται συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος του χρέους.
Τα στοιχεία δείχνουν, άλλωστε, ότι οι ρυθμίσεις λειτουργούν καλύτερα όχι στα πολύ μεγάλα χρέη αλλά στις μεσαίες κατηγορίες. Το υψηλότερο συνολικό ποσοστό ρυθμισμένων οφειλών, 18,44%, καταγράφεται μεταξύ 10.001 και 100.000 ευρώ, ενώ για χρέη από 20.001 έως 50.000 ευρώ φθάνει το 19,82%. Στα φυσικά πρόσωπα το υψηλότερο ποσοστό εμφανίζεται μεταξύ 500 και 10.000 ευρώ και στα νομικά πρόσωπα μεταξύ 10.001 και 100.000 ευρώ.
Τέλος, από τα 52,69 δισ. ευρώ φορολογικών οφειλών που περιλαμβάνονται στο πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, τα 8,12 δισ. προέρχονται από αφερέγγυους οφειλέτες και άλλα 18,45 δισ. αφορούν οφειλές με λήξη δόσεων πέραν της τελευταίας δεκαετίας. Έτσι, απομένουν 26,12 δισ. ευρώ από τα οποία προέρχεται το 91,99% των εισπράξεων. Με άλλα λόγια, σχεδόν όλες οι εισπράξεις προέρχονται από μόλις το 32,95% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
































