Άνοδο κατέγραψαν οι τιμές παραγωγού στην ελληνική βιομηχανία τον Ιούλιο του 2026, εξέλιξη που ενισχύει τις ενδείξεις για αυξημένες πιέσεις στο κόστος παραγωγής και δημιουργεί τον κίνδυνο μέρος αυτών να περάσει σταδιακά στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών Παραγωγού στη Βιομηχανία αυξήθηκε κατά 11,8% σε ετήσια βάση, έναντι μείωσης 0,5% που είχε καταγραφεί στην αντίστοιχη σύγκριση έναν χρόνο νωρίτερα. Ανοδική ήταν η κίνηση και σε μηνιαία βάση, καθώς τον Ιούλιο οι τιμές παραγωγού αυξήθηκαν κατά 2,9% σε σχέση με τον Ιούνιο.
Μεγάλες ήταν οι ανατιμήσεις στην εξωτερική αγορά, όπου ο δείκτης αυξήθηκε κατά 23,4% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2025. Στην εγχώρια αγορά η αύξηση διαμορφώθηκε στο 7%, καταδεικνύοντας ότι οι ανοδικές πιέσεις δεν περιορίζονται στα εξαγόμενα προϊόντα αλλά είναι αισθητές και στο εσωτερικό.
Στο επίκεντρο των αυξήσεων βρίσκεται η ενέργεια. Στο σύνολο της αγοράς, οι τιμές της συγκεκριμένης κατηγορίας αυξήθηκαν κατά 21,5% σε ετήσια βάση και κατά 5,7% μέσα σε έναν μήνα. Στην εξωτερική αγορά η ετήσια αύξηση της ενέργειας ήταν ακόμη μεγαλύτερη, φθάνοντας το 49,6%.
Ενδεικτική της έντασης των πιέσεων είναι η εικόνα στα προϊόντα διύλισης πετρελαίου, όπου καταγράφηκαν αυξήσεις που ξεπέρασαν το 50% στην εξωτερική αγορά. Σημαντικές ανατιμήσεις σημειώθηκαν επίσης στα μεταλλεύματα, στα βασικά μέταλλα και στα ηλεκτρονικά και οπτικά προϊόντα.
Οι αυξήσεις, πάντως, έχουν ευρύτερη βάση. Τα ενδιάμεσα αγαθά στο σύνολο της αγοράς έγιναν ακριβότερα κατά 7%, τα κεφαλαιουχικά κατά 4,5%, τα μη διαρκή καταναλωτικά αγαθά κατά 1,7% και τα διαρκή καταναλωτικά κατά 1,3%. Στην εγχώρια αγορά, οι τιμές παραγωγού στη βιομηχανία τροφίμων αυξήθηκαν κατά 2%.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για την πορεία του πληθωρισμού. Οι τιμές παραγωγού βρίσκονται σε προγενέστερο στάδιο της αλυσίδας από τις τιμές λιανικής και, όταν αυξάνονται έντονα και για παρατεταμένο διάστημα, μπορούν να προαναγγείλουν πρόσθετες πιέσεις στις τελικές τιμές. Οι επιχειρήσεις που επιβαρύνονται με ακριβότερη ενέργεια, πρώτες ύλες και ενδιάμεσα προϊόντα ενδέχεται να μετακυλίσουν μέρος του αυξημένου κόστους στους πελάτες τους.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η αύξηση 11,8% θα περάσει αυτούσια στον πληθωρισμό καταναλωτή. Η τελική επίδραση εξαρτάται από το πόσο διαρκούν οι ανατιμήσεις, από τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να απορροφήσουν μέρος του κόστους και από τις συνθήκες ζήτησης και ανταγωνισμού.
Το γεγονός, όμως, ότι οι τιμές παραγωγού αυξήθηκαν όχι μόνο σε ετήσια αλλά και κατά 2,9% μέσα σε έναν μήνα, με την ενέργεια να πρωταγωνιστεί, αποτελεί σαφές σήμα ότι οι πιέσεις στην πλευρά του κόστους έχουν ενισχυθεί. Εφόσον η τάση συνεχιστεί, αυξάνεται και ο κίνδυνος οι ανατιμήσεις να διαχυθούν σταδιακά σε περισσότερα αγαθά και να δυσκολέψουν την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού τους επόμενους μήνες.





























