Η σχέση ανάμεσα στον γονιό και το ενήλικο παιδί του αλλάζει με τα χρόνια. Κάποτε ήταν εκείνος που έδινε οδηγίες, συμβουλές, έβαζε όρια και το προστάτευε. Όταν όμως το παιδί μεγαλώνει, αποκτά τη δική του ζωή και παίρνει μόνο του τις αποφάσεις του, η σχέση χρειάζεται νέες ισορροπίες.
Υπάρχει όμως και μια άλλη, λιγότερο συζητημένη πλευρά αυτής της σχέσης: ο γονιός που αγαπά το παιδί του και θέλει να παραμείνει κοντά του, αλλά βλέπει την επικοινωνία μεταξύ τους να δυσκολεύει. Οι συζητήσεις δεν έχουν πια την ίδια άνεση, συχνά οδηγούν σε παρεξηγήσεις και, χωρίς να το θέλει, ο γονιός καταλήγει να δίνει συμβουλές που το παιδί του δεν ζήτησε.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι κακός γονιός. Σημαίνει ότι έμαθε πώς να μεγαλώνει ένα παιδί, αλλά κανείς δεν του έμαθε πώς να σχετίζεται με έναν ενήλικο άνθρωπο που κάποτε εξαρτιόταν από εκείνον.
Για περίπου είκοσι χρόνια, ο γονιός είχε έναν συγκεκριμένο ρόλο: να ρωτά το παιδί του πού πηγαίνει, αν έκανε τα μαθήματά του, αν πήγε στον γιατρό, αν πήρε τη σωστή απόφαση. Η συμβουλή ήταν μέρος της φροντίδας.
Όταν όμως το παιδί μεγαλώνει, ο γονιός μπορεί να συνεχίζει να μιλά από αγάπη, ωστόσο το παιδί αντιλαμβάνεται τα λόγια του ως έλεγχο ή αμφισβήτηση.
Ο Chris Segrin, καθηγητής Επικοινωνίας στο University of Arizona, με αντικείμενο τις διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις, έχει ασχοληθεί ερευνητικά με τη γονεϊκή εμπλοκή και την επικοινωνία μέσα στην οικογένεια
Ο ίδιος έχει επισημάνει ότι όταν η γονεϊκή ανάμειξη συνεχίζεται ενώ το ενήλικο παιδί αναζητά μεγαλύτερη αυτονομία, μπορεί να επηρεάσει την αίσθηση ανεξαρτησίας του, ακόμη και όταν οι προθέσεις του γονιού είναι καλές.
Ο γονιός λέει «προσπαθώ να βοηθήσω». Το παιδί ακούει «δεν πιστεύω ότι μπορείς να τα καταφέρεις μόνος σου».
Η συμβουλή είναι συχνά η γλώσσα της αγάπης
Οι γονείς συχνά δίνουν συμβουλές επειδή θέλουν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από τον πόνο και τα λάθη. Αυτό όμως δεν σταματά όταν το παιδί γίνει 18, 30 ή 40 ετών.
Βλέπουν ένα πρόβλημα και η πρώτη τους αντίδραση είναι να προειδοποιήσουν, να διορθώσουν ή να προτείνουν λύση.
Μόνο που η ενήλικη σχέση χρειάζεται κάτι διαφορετικό: περισσότερη ακρόαση και λιγότερη καθοδήγηση.
Κάποιες φορές ο γονιός μάλιστα σκέφτεται ξανά και ξανά τι θα πει πριν τηλεφωνήσει. Προσπαθεί να μη δώσει συμβουλές, αυτολογοκρίνεται και μετά αναρωτιέται γιατί η συζήτηση πήγε πάλι στραβά.
Από τον έλεγχο στην πραγματική επικοινωνία
Η αλλαγή δεν σημαίνει ότι ο γονιός πρέπει να πάψει να είναι γονιός ή να προσποιηθεί ότι έγινε ξαφνικά «φίλος» του παιδιού του. Σημαίνει ότι αναγνωρίζει πως απέναντί του βρίσκεται πλέον ένας ενήλικος.
Αντί για «πρέπει να κάνεις αυτό», μπορεί να ρωτήσει «εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις;». Αντί να προτείνει αμέσως λύση, μπορεί να ρωτήσει αν το παιδί θέλει τη γνώμη του.
Μπορεί ακόμη να μοιραστεί και πτυχές της δικής του ζωής: ένα βιβλίο που διάβασε, κάτι που τον απασχόλησε, ένα περιστατικό από την καθημερινότητά του.
Γιατί η σχέση δεν χρειάζεται πλέον να περιστρέφεται μόνο γύρω από το παιδί.
Δύο ενήλικες, μία νέα σχέση
Η νέα μορφή της σχέσης μπορεί να βρίσκεται σε μικρές στιγμές: ένα τηλεφώνημα χωρίς συμβουλές, ένα δείπνο χωρίς κριτική, ένα μήνυμα που θα είναι απλά μια φωτογραφία ή ένα αστείο.
Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί χώρος ώστε και οι δύο να υπάρχουν ως ενήλικες μέσα στην ίδια σχέση.
Το να μεγαλώνεις ένα παιδί μαθαίνει στον γονιό να το φροντίζει, να το προστατεύει και να το καθοδηγεί. Δεν τον προετοιμάζει όμως απαραίτητα για τη στιγμή που το παιδί θα μεγαλώσει και δεν θα χρειάζεται πια την ίδια φροντίδα ή καθοδήγηση.
Τότε ο γονιός καλείται να μάθει κάτι καινούργιο: να κάνει ένα βήμα πίσω, να ακούει περισσότερο, να ρωτά χωρίς να παρεμβαίνει και να γνωρίζει ξανά το παιδί του ως έναν ανεξάρτητο ενήλικο. Γιατί η αγάπη δεν τελειώνει όταν αλλάζουν οι ρόλοι· απλώς χρειάζεται να βρει έναν καινούργιο τρόπο να εκφράζεται.
Με πληροφορίες από bolde.com
































