Ο Ράτκο Μλάντιτς, πρώην αρχηγός του στρατού των Σερβοβόσνιων, του οποίου οι πράξεις κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων τη δεκαετία του 1990, του έδωσαν το προσωνύμιο ο «Χασάπης της Βοσνίας», ήταν υπεύθυνος για την μεγαλύτερη σφαγή που έγινε στην Ευρώπη από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη δολοφονία περίπου 8.000 Μουσουλμάνων ανδρών και αγοριών στη Σρεμπρένικα το 1995.
Την είδηση του θανάτου του ανακοίνωσαν τα κρατικά ΜΜΕ της Σερβίας.
Ο Μλάντιτς συνελήφθη στις 26 Μαΐου του 2011 σε ένα χωριό κοντά στο Βελιγράδι, μετά από 16 χρόνια που ήταν φυγάς, τερματίζοντας έτσι το μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό στη σύγχρονη ιστορία.
Η καταδίκη του το 2017 από το διεθνές δικαστήριο για γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότης και εγκλήματα πολέμου έβαλε τέλος σε μία από τις πιο σκοτεινές και αιματηρές σελίδες της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Όταν του ανακοινώθηκε η ποινή ο προεδρεύων δικαστής, Alphons Orie είπε ότι τα εγκλήματα του Μλάντιτς ήταν μεταξύ των πιο απεχθών που έχει δει ποτέ η ανθρωπότητα. Ο Μλάντιτς άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε το 2021.
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι ξεκίνησαν με τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας σε ανεξάρτητα κράτη. Τότε, ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς εθνικιστής πρόεδρος της Σερβίας, οραματιζόταν να φτιάξει τη Μεγάλη Σερβία. Ξύπνησε παλιές εθνοτικές και θρησκευτικές έχθρες και ξεκίνησε πολέμους μεταξύ Σέρβων και Σλοβένων, Κροατών, Βόσνιων Μουσουλμάνων και Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου.
Σχεδόν 100.000 άνθρωποι πέθαναν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων και πάνω από 2,5 εκατ. άνθρωποι εκτοπίστηκαν. Ο Μλάντιτς, αξιωματικός τότε του Γιουγκοσλάβικου Λαϊκού Στρατού ηγήθηκε των στρατευμάτων των Σερβοβόσνιων στις αρχές του 1990.
Η σφαγή στη Σρεμπρένιτσα
Την παραμονή της σφαγής στη Σρεμπρένιτσα, ο Μλάντιτς υποσχέθηκε ότι θα εκδικηθεί για την κατάκτηση της Σερβίας αιώνες πριν από τους Οθωμανούς Μουσουλμάνους Τούρκους. Για 10 ημέρες, οι άνδρες του κυνήγησαν, συνέλαβαν και εκτέλεσαν μαζικά χιλιάδες Βόσνιους μουσουλμάνους. Τους έβαλαν σε σειρά, με τα χέρια τους δεμένα πισθάγκωνα και τους πυροβόλησαν. Τις γυναίκες τους της βίασαν. Αγνοήθηκαν πλήρως πι διεθνείς εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση.
Οι σερβικές δυνάμεις έθαψαν ότι είχε απομείνει, τους ξέθαψαν ξανά και τους σκόρπισαν σε απομακρυσμένους μαζικούς τάφους σε ΄μία οργανωμένη απόπειρα να καταστρέψουν τα όποια αποδεικτικά στοιχεία αυτού ου εγκλήματος πολέμου.
Η δίκη του Μλάντιτς ήταν από τις τελευταίες που διεξήχθησαν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης για τα εγκλήματα πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία.
Μετά την ολοκλήρωση της δίκης, το δικαστήριο έκρινε ένοχους σχεδόν 100 από τους υπεύθυνους για τις φρικαλεότητες των Βαλκανικών πολέμων, συμπεριλαμβανομένου του αφεντικού του Μλάντιτς, Ράντοβαν Κάρατζιτς, του πολιτικού ηγέτη των Σερβοβόσνιων.
Οι συλλήψεις Μλάντιτς και Κάρατζιτς
Ο Κάρατζιτς συνελήφθη το 2008 και καταδικάστηκε για εγκλήματα πολέμου σχεδόν όμοια με εκείνα του Μλάντιτς το 2016. Η ποινή του επεκτάθηκε σε ισόβια κάθειρξη τρία χρόνια αργότερα. Η σύλληψη του Μλάντιτς αφαίρεσε ένα τεράστιο εμπόδιο για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που είχε προκληθεί και από την άρνηση των επόμενων κυβερνήσεων της Σερβίας να τον συλλάβουν.
Όταν τελικά εντοπίστηκε, βρέθηκε να κρύβεται σε ένα σπίτι ενός ξαδέλφου του και ήταν τόσο απελπισμένος για χρήματα που μία από τις επαναλαμβανόμενες απαιτήσεις του ήτα η αποκατάσταση της στρατιωτικής του σύνταξης που είχε παγώσει. Κατά τη διάρκεια της δίκης του ο Μλάντιτς, ο άλλοτε ατρόμητος στρατηγός, εμφανίστηκε σε κάποιες στιγμές να μετατρέπεται σε ένα κακομοίρη γεράκο, ακούγοντας τις εφιαλτικές καταθέσεις μαρτύρων που αφηγούνταν την βία που έζησαν στα χέρια του. Το δεξί του χέρι είχε παραλύσει από τα δύο εγκεφαλικά που είχε υποστεί όταν ήταν φυγάς και δεν μπορούσε να κρατήσει σημειώσεις.
Ωστόσο, είχε εκλάμψεις του αυταρχικού στρατηγού. Στην πρώτη του εμφάνιση στο δικαστήριο τον Ιούνιο του 2011, αρνήθηκε τις κατηγορίες εναντίον του ως «ενοχλητικές» και «τερατώδεις». Κάποια στιγμή μάλιστα φώναξε και στους δικαστές. Κάποια στιγμή απουσίαζε από τη δικαστική αίθουσα, καθώς υποβαλλόταν σε θεραπεία για την υψηλή πίεση. Όταν επέστρεψε, φώναξε στην έδρα «όσα λες είναι μόνο ψέμα». Τον απομάκρυναν από την αίθουσα.
Εκτός του ότι ήταν ο ιθύνων νους πίσω από τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα, ο Μλάντιτς καταδικάστηκε και για διάφορα άλλα εγκλήματα που συνδέονταν με την τετραετή πολιορκία του Σαράγιεβο, όπου πέθαναν σχεδόν 10.000 άτομα, ανάμεσά τους και 1.500 παιδιά. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης, της πιο χρονοβόρας στους σύγχρονους πολέμους, οι άνδρες του Μλάντιτς βομβάρδισαν την πόλη από τα γύρω βουνά και τρομοκράτησαν τους πολίτες με σφαίρες από ελεύθερους σκοπευτές. Οι δικαστές τον έκριναν επίσης ένοχο για τους διωγμούς και την εξόντωση μη Σέρβων που ζούσαν σε μεγάλες εκτάσεις της Βοσνίας.
Στο εσωτερικό της Σερβίας για πολλούς ο Μλάντιτς ήταν ήρωας και ο «μυθικός προστάτης των Σέρβων».
Αλλά το μέγεθος των εγκλημάτων, για τα οποία κατηγορήθηκε προκάλεσε παγκόσμια αποστροφή. Τον επικήρυξαν για 14 εκατ. δολάρια, ποσό που δεν δόθηκε όταν κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου.
Η αυτοκτονία της κόρης του
Ο Ράτκο Μλάντιτς είχε γεννηθεί στην φτώχεια στο απομακρυσμένο χωριό Μποζανόβιτσι στις 12 Μαρτίου του 1943 όταν η περιοχή άνηκε στο ανεξάρτητο κράτος της Κροατίας, μία περιοχή υπό τον έλεγχο των Ναζί, όπου κυβερνούσαν οι Κροάτες εθνικιστές.
Ο πατέρας του, Νέντα Μλάντιτς, Σέρβος, μέλος της κομμουνιστικής ανταρτικής αντίστασης, σκοτώθηκε όταν ο Ράτκο ήταν νήπιο, και η μητέρα του, Στάνα (Λάλοβιτς) Μλάντιτς, μεγάλωσε αυτόν και τα δύο αδέρφια του. Η εμπειρία της οικογένειάς του, τού εμφύσησε Μλάντιτς έναν βαθύ φόβο ότι οι Σέρβοι, εκτός αν είχαν το πάνω χέρι, θα αντιμετώπιζαν πάντα διώξεις από Κροάτες και άλλες εθνοτικές ομάδες. Όταν ήταν νέος εργάστηκε ως μεταλλουργός αλλά σύντομα στράφηκε στον στρατό για την εκπαίδευσή του. Ο Μλάντιτς ανέβηκε γρήγορα στα κλιμάκια του Γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Στρατού.
Λέγεται ότι από νωρίς στην στρατιωτική του καριέρα είχε προσχωρήσει στο κομμουνιστικό μοντέλο του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, το οποίο απέρριπτε τον εθνικισμό και ζητούσε αντ' αυτού γιουγκοσλαβική αδελφότητα ως τρόπο διατήρησης της ενότητας του εύθραυστου συνόλου των πολυεθνικών, πολυθρησκευτικών δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβίας.
Ο Τίτο πέθανε το 1980 και αφού ο Μιλόσεβιτς ξύπνησε εθνικιστικές έχθρες και η Γιουγκοσλαβία άρχισε να διαλύεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Μλάντιτς ανέλαβε την ιδέα του Μιλόσεβιτς: την ανάσχεση των αποσχιστικών κινημάτων και τη διασφάλιση της κυριαρχίας των Σέρβων, της μεγαλύτερης εθνοτικής ομάδας. Το 1992, ένα μήνα μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Βοσνιακής Δημοκρατίας, οι δυνάμεις του Μλάντιτς ξεκίνησαν την πολιορκία του Σεράγεβο.
Το 1994, η κόρη του Άνα, φοιτήτρια ιατρικής, αυτοκτόνησε με το όπλο του , σε μία κίνηση να απέχει από οποιαδήποτε πράξη του πατέρα της.
Ο Μλάντιτς αναγκάστηκε να παραμείνει στην παρανομία και πιστεύεται ότι τον προστάτευσαν σύμμαχοι του στον σερβικό στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες. Η σύζυγός του, Μποσίλικα, και ο γιος του, Ντάρκο, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να τον κηρύξουν νεκρό.
Τελικά, συνελήφθη με δύο γεμάτα πιστόλια στο πλευρό του, και παραδόθηκε οικειοθελώς. «Συγχαρητήρια», είπε τους αξιωματικούς που τον συνέλαβαν. «Είμαι αυτός που ψάχνατε».
Με πληροφορίες των New York Times




























