Πως ζουν οι ηλικιωμένοι αυτές τις δύσκολες μέρες της ενεργειακής κρίσης και της οικονομικής στενότητας; Παρόλο που αποτελούν σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού, ελάχιστα μιλάμε για τους συνταξιούχους στην Ελλάδα. Η συζήτηση για την περίφημη 13η σύνταξη είναι μια μονάχα όψη των πολλαπλών αναγκών τους αλλά και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι που μας μεγάλωσαν. Και μάλλον ως Πολιτεία και κοινωνία δεν τους ανταποδίδουμε όσα τους πρέπουν.
- 2.460.000 είναι οι άνθρωποι τρίτης ηλικίας στην Ελλάδα - δηλαδή το 23,7% του πληθυσμού.
- 1 στους 3 σχεδόν είναι σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, με τις γυναίκες να είναι οι πλέον ευάλωτες.
«Ο παππούς και η γιαγιά είναι τα σύγχρονα μπλακεντέκερ», μας λέει ο Πάνος ένας αεικίνητος εργαζόμενος παππούς «δυο ταλιμπανέζων 11 και 13 χρονών», όπως λέει γελώντας. «Οι παππούδες μεταφέρουν τα εγγόνια από το σχολείο στο σπίτι, από το σπίτι στα φροντιστήρια αγγλικών και στα κολυμβητήρια. Ψωνίζουν, μαγειρεύουν, σερβίρουν. Κάνουν babysitting διότι το σχολείο κλείνει τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, τα καλοκαίρια, έχει και αργίες, έχει κι αναγκαστικές αργίες όταν το παιδί αρρωσταίνει. Όλα αυτά με τον ίδιο μισθό, δηλαδή με το τίποτα. Αν το μετρήσουμε σε εργατοώρες, παρόλο που αυτή η τρυφερή σχέση δεν μετριέται έτσι, ξοδεύουμε κατά μέσο όρο για τα εγγόνια μας 3- 5 ώρες καθημερινά.
»Εμείς οι παππούδες καλύπτουμε τις μαύρες τρύπες του κράτους που συνεχώς μεγαλώνουν. Αν ένας γονιός δεν έχει παππού και γιαγιά κοντά του, την έβαψε - κι αυτός είναι ένας λόγος υπογεννητικότας. Και το άλλο κενό που έρχεται να καλύψει ο παππούς και η γιαγιά είναι να τσοντάρει οικονομικά στα παιδιά του διότι οι μισθοί από μόνοι τους δεν φτάνουν.
Οι γιαγιάδες κι οι παππούδες εισφέρουν σε μία μηνιαία πιθανόν βάση και σίγουρα στην κάλυψη εκτάκτων αναγκών. Είμαστε η μόνιμη τράπεζα - τι είναι το πιο σίγουρο, έστω μια σύνταξη ου πέφτει στην ώρα της;»
«Υπάρχουν δύο βασικά κενά που αφήνει το κοινωνικό κράτος κι έρχονται να καλύψουν οι παππούδες κι οι γιαγιάδες», μας λέει η Καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Μαρία Καραμεσίνη. «Το πρώτο κενό έχει να κάνει με την έλλειψη συγχρονισμού ωραρίων εργασίας και λειτουργίας των σχολείων ή των παιδικών σταθμών. Οι γιαγιάδες κι οι παππούδες επιτελούν πολύ σημαντικές λειτουργίες φροντίδας οι οποίες είναι απαραίτητες για να μπορούν να πάρουν μια ανάσα οι γονείς οι οποίοι συνήθως πλέον δουλεύουν και οι δύο για να τα βγάλουν πέρα - αλλιώς οι οικογένειες δεν μπορούν να επιβιώσουν.
»Το δεύτερο κενό προκύπτει από το γεγονός ότι έχουμε ενώ έχουν βελτιωθεί αρκετά έως πολύ οι γονικές άδειες, έχει μειωθεί ο βαθμός κάλυψης παιδιών μικρών παιδιών από επίσημες δομές φροντίδας. Σύμφωνα με τη Eurostat, μέσα σε μια επταετία έχει μειωθεί ο βαθμός κάλυψης των παιδιών κάτω από τα τρία έτη από 41% το 2018 στο 24% το 2025. Στα παιδιά που είναι από τριών ετών έως έξι ετών ο βαθμός κάλυψης από την επίσημη φροντίδα έχει πέσει από το 96% στο 86%. Στα δε μεγαλύτερα παιδιά, στα αστικά κέντρα μόνο στα τρία παρακολουθεί το ολοήμερο πρόγραμμα του σχολείο. Αυτή τη στιγμή έχουμε περίπου 7.000-8.000 κενά στα δημοτικά σχολεία γιατί προσπαθούν οι διευθυντές σχολείων να καλύψουν τα κενά που υπάρχουν στο πρωινό πρόγραμμα».
Ο Βαγγέλης Κουμαριανός είναι Επίκουρος Καθηγητής στο τμήμα κοινωνικής πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου. Ερευνά και διδάσκει πολιτικές κοινωνικής ασφάλισης, μας δίνει μια πλήρη ακτινογραφία της ζωής των απόμαχων της ζωής και της δουλειάς. Που σήμερα μονάχα ως απόμαχοι δεν ζουν, αφού δίνουν καθημερινές μάχες δίπλα στα παιδιά και τα εγγόνια τους. «Τις παλιότερες δεκαετίες καταλαβαίναμε τη σύνταξη ως πραγματική απόσυρση από τον μόχθο, την κούραση, την πίεση με την ακόλουθη μείωση των βιολογικών δυνατοτήτων και αντοχών. Είχαμε μια εικόνα από τους παππούδες μας ότι η σύνταξη είναι μια διαφορετική καθημερινότητα απαλλαγμένη από την πίεση της δουλειάς, το τρέξιμο και το άγχος. Η τρίτη ηλικία ήταν ένας εκδημοκρατισμός του ελεύθερου χρόνου. Αυτό άλλαξε με θεσμικούς και μη θεσμικούς τρόπους. Πλέον οι συνταξιούχοι έχουν πιεστικές υποχρεώσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα και δυστυχώς είναι αυτό το χρονικό διάστημα που στατιστικά αποτελεί τον υγιή τους βίο, δηλαδή τρέχουν σε διάφορες οικογενειακές υποχρεώσεις μέχρι τα 74».
Πως επιβιώνουν εκείνοι που μας κουβάλησαν στα χέρια τους όταν ήμασταν παιδιά και τώρα κουβαλούν και τα παιδιά μας; Εξίσου θύματα με τους νεότερους των μνημονιακών πολιτικών λιτότητας των προηγούμενων χρόνων, οι ηλικιωμένοι ωστόσο συνήθως δεν έχουν πια δυνάμεις να συμπληρώσουν τις γλίσχρες συντάξεις τους. «Οι συντάξεις έχουν μειωθεί πάρα πολύ και συνεχίζουν να μειώνονται, λέει ο Κουμαριανός εξηγώντας πως «την περίοδο της μνημονιακής φάσης και της λιτότητας είχαμε περικοπές που κυμαίνονταν από 22% έως και πάνω από 50% στις συντάξεις, αυτό δεν σταμάτησε μετά το 2019 και την επίσημη έξοδο από τα μνημόνια γιατί έχουμε περικοπές στην αγοραστική αξία. Δηλαδή, μένει το ίδιο το ποσό και αυξάνεται ονομαστικά. Ενδεικτικά, από το 2023 έως και το 2025 έχουν αυξηθεί δύο συντάξεις. 13,5% όσες δεν είναι με προσωπική διαφορά αλλά προσαρμόζονται κύριες και όχι οι επικουρικές συντάξεις. Αλλά αν πάρουμε το γενικό δίκτυο του πληθωρισμού από το 2020 μέχρι το 2025 ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί στο 21%. Δηλαδή, έχουμε μόνο από αυτό μείωση 6% της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των συντάξεων. Αν πάρουμε το δείκτη τροφίμων που ο πληθωρισμός σωρευτικά σε αυτήν περίοδο φτάνει το 35% τότε η πραγματική μείωση σε όσα αγοράζει μια δεδομένη σύνταξη φτάνει πάνω από το 15%».
- 7 περίπου στους 10 μοναχικούς ηλικιωμένους δεν μπορούν να καλύψουν μια απρόβλεπτη δαπάνη που θα τους τύχει.
- 1 στους δύο δεν μπορεί να καλύψει όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές.
«Τα τελευταία 15 χρόνια έχουμε μια πολύ γρήγορη πορεία σύγκλησης με το επίπεδο διαβίωσης στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Ευρώπη», τονίζει ο Κουμαριανός. «Δεν είναι κοινή τάση. Οι Ρουμάνοι και οι Βουλγάροι έχουν μια τάση βελτίωσης κι εμεί ς τους συναντάμε στη μέση που πηγαίνουμε προς το χειρότερο. Είναι θέμα χρόνου πως θα έχουν καλύτερο βιοτικό επίπεδο και οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι τους».
- 40% των συνταξιούχων λαμβάνουν συνολικά συντάξεις, κύριες και επικουρικές, μέχρι 700 ευρώ το μήνα.
- πάνω από 1 στους 10 δουλεύει αφού βγει από τη σύνταξη.
- πάνω από 10% εργάζεται με πλήρη απασχόληση.
Κι ενώ οι μεγαλύτεροι άνθρωποι αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα και περισσότερα προβλήματα υγείας, δυσκολεύονται στην Ελλάδα να επιλύσουν εύκολα ακόμα κι αυτά. Όπως εξηγεί αναλύοντας τα στοιχεία της Eurostat ο Κουμαριανός, «ενώ γενικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση μόνο 6% λέει ότι χρειάστηκε κάτι ως προς τα θέματα υγείας και δεν μπόρεσε να έχει πρόσβαση επειδή ήταν μακριά το νοσοκομείο ή επειδή είχε υψηλό κόστος ή επειδή είχε μεγάλη ουρά αναμονής, στην Ελλάδα το ποσοστό φτάνει το 22%. Και οι ανικανοποίητες ανάγκες υγείας, ειδικά για τον πληθυσμό που είναι σε κίνδυνο φτώχειας, αγγίζουν το 32% στην Ελλάδα. Στους ανθρώπους 65-74 οι ανικανοποίητες ανάγκες υγείας φτάνουν το 25%. Η Ελλάδα ακολουθεί μια αντίστροφη πορεία: ενώ βελτιώνεται σημαντικά η πολύ κακή κατάσταση των ηλικιωμένων σε χώρες όπως η Βουλγαρία και Ρουμανία, εδώ επιδεινώνεται με πολύ αυξημένους ρυθμούς με αποτέλεσμα το 2025 σχεδόν να τους έχουμε φτάσει και να τους ξεπερνάμε σε άθλιες επιδόσεις στο πεδίο της φτώχειας και τους κοινωνικού αποκλεισμού».
- 33,7% των γυναικών άνω των 65 και 26,2% των ανδρών στερήθηκαν βασικά αγαθά το 2025.
- 1 στα 2 ζευγάρια που έχουν τουλάχιστον ένα ηλικιωμένο μέλος δεν μπορούν να καλύψουν μια απρόβλεπτη δαπάνη, να πάνε έστω μια εβδομάδα διακοπές ή να αντικαταστήσουν τα φθαρμένα έπιπλά τους.
- 36% αυτών των ζευγαριών δεν μπορούν να καλύψουν όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους και 17% να έχουν επαρκή θέρμανση.
Ταυτόχρονα, «η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το πιο ανεπαρκές σύστημα μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων», μας λέει η Καραμεσίνη που πολύ πρόσφατα παρουσίασε μια πρωτοποριακή πρωτογενή έρευνα μαζί το Εργαστήριο Σπουδών Φύλου για την φροντίδα ηλικιωμένων στην Αττική. «Έχουμε ένα ελλειπέστατο σύστημα φροντίδας, το οποίο αφήνει ένα κενό φροντίδας των ηλικιωμένων που έχουν σοβαρές ανάγκες της τάξης του 30%, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΟΟΣΑ.
»Σύμφωνα με την έρευνα που κάναμε, βρήκαμε ότι περίπου το 30% φροντίζεται μόνο από την οικογένεια, ένα περίπου 40% λαμβάνει κοινωνική φροντίδα σε συνδυασμό με οικογενειακή, ένα 19% καλύπτεται από οικογενειακή φροντίδα σε συνδυασμό με επί πληρωμή οικιακή φροντίδα. Παράλληλα, επειδή τώρα πια τα παιδιά μπορεί να μετακινούνται περισσότερο στο εξωτερικό ή σε μια άλλη πόλη για να εργασθούν, δεν μπορούν να τα αποκριθούν στην καθημερινότητα και τις ανάγκες των γονιών τους.
»Οι ηλικιωμένοι πλέον έχουν μια ανασφάλεια για το τι θα κάνουν και πώς θα φροντιστούν. Όλοι και όλες σκεφτόμαστε, όταν πλησιάζει αυτή η ηλικία, πώς θα τα αποκριθούμε στα προβλήματα υγείας που θα έχουμε και πόσο θα επιβαρύνουμε, αν θα επιβαρύνουμε τα παιδιά μας, δεδομένου ότι και οι συντάξεις μας δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένες όσον αφορά το πώς θα μπορέσουν να καλύψουν τις απαιτήσεις που θα έχουμε, εφόσον το δημόσιο σύστημα δεν θα μπορέσει να μας εξασφαλίσει τη φροντίδα που έχουμε ανάγκη.
»Υπάρχουν μεταβολές και στις δομές της οικογένειας αλλά και στον εργασιακό βίο των ατόμων που πλησιάζουν στη σύνταξη που είναι πολύ σημαντικές για να καταλάβουμε ότι χρειάζεται έχει φτάσει η στιγμή που πρέπει να γίνει μια πολύ μεγάλη και ριζική μεταρρύθμιση στο σύστημα μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων» .
































